Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πηγάζω means to spring or flow from a source, or figuratively to originate or stem from something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
πηγάζω |
| εσύ — you |
πηγάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
πηγάζει |
| εμείς — we |
πηγάζουμε, πηγάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
πηγάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
πηγάζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
πήγαζα |
| εσύ — you |
πήγαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
πήγαζε |
| εμείς — we |
πηγάζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
πηγάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
πήγαζαν, πηγάζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
πήγασα |
| εσύ — you |
πήγασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
πήγασε |
| εμείς — we |
πηγάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
πηγάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
πήγασαν, πηγάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω πηγάσει |
| εσύ — you |
έχεις πηγάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει πηγάσει |
| εμείς — we |
έχουμε πηγάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε πηγάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν πηγάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα πηγάσει |
| εσύ — you |
είχες πηγάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε πηγάσει |
| εμείς — we |
είχαμε πηγάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε πηγάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν πηγάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα πηγάζω |
| εσύ — you |
θα πηγάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα πηγάζει |
| εμείς — we |
θα πηγάζουμε, θα πηγάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα πηγάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα πηγάζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα πηγάσω |
| εσύ — you |
θα πηγάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα πηγάσει |
| εμείς — we |
θα πηγάσουμε, θα πηγάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα πηγάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα πηγάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω πηγάσει |
| εσύ — you |
θα έχεις πηγάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει πηγάσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε πηγάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε πηγάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν πηγάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να πηγάζω |
| εσύ — you |
να πηγάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να πηγάζει |
| εμείς — we |
να πηγάζουμε, να πηγάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να πηγάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να πηγάζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να πηγάσω |
| εσύ — you |
να πηγάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να πηγάσει |
| εμείς — we |
να πηγάσουμε, να πηγάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να πηγάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να πηγάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω πηγάσει |
| εσύ — you |
να έχεις πηγάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει πηγάσει |
| εμείς — we |
να έχουμε πηγάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε πηγάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν πηγάσει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This verb commonly appears in the third person with από. Perfective: πήγασα, θα πηγάσω, έχω πηγάσει.
Το πρόβλημα πηγάζει από την έλλειψη χρόνου.
The problem stems from a lack of time.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πηγάζω.