Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παρακολουθάω — to watch; to follow; to attend

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παρακολουθώ / παρακολουθάω means to watch, follow, attend, or monitor. The passive means to be watched or monitored.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρακολουθάω, παρακολουθώ παρακολουθιέμαι
εσύ — you παρακολουθάς παρακολουθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρακολουθάει, παρακολουθά παρακολουθιέται
εμείς — we παρακολουθάμε, παρακολουθούμε παρακολουθιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παρακολουθάτε παρακολουθιέστε, παρακολουθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρακολουθάν(ε), παρακολουθούν(ε) παρακολουθιούνται, παρακολουθιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρακολουθούσα, παρακολούθαγα παρακολουθιόμουν(α)
εσύ — you παρακολουθούσες, παρακολούθαγες παρακολουθιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρακολουθούσε, παρακολούθαγε παρακολουθιόταν(ε)
εμείς — we παρακολουθούσαμε, παρακολουθάγαμε παρακολουθιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παρακολουθούσατε, παρακολουθάγατε παρακολουθιόσαστε, παρακολουθιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρακολουθούσαν(ε), παρακολούθαγαν, παρακολουθάγανε παρακολουθιόνταν(ε), παρακολουθιούνταν, παρακολουθιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρακολούθησα παρακολουθήθηκα
εσύ — you παρακολούθησες παρακολουθήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρακολούθησε παρακολουθήθηκε
εμείς — we παρακολουθήσαμε παρακολουθηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παρακολουθήσατε παρακολουθηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρακολούθησαν, παρακολουθήσαν(ε) παρακολουθήθηκαν, παρακολουθηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παρακολουθήσει έχω παρακολουθηθεί
εσύ — you έχεις παρακολουθήσει έχεις παρακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παρακολουθήσει έχει παρακολουθηθεί
εμείς — we έχουμε παρακολουθήσει έχουμε παρακολουθηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παρακολουθήσει έχετε παρακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παρακολουθήσει έχουν παρακολουθηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παρακολουθήσει είχα παρακολουθηθεί
εσύ — you είχες παρακολουθήσει είχες παρακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παρακολουθήσει είχε παρακολουθηθεί
εμείς — we είχαμε παρακολουθήσει είχαμε παρακολουθηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παρακολουθήσει είχατε παρακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παρακολουθήσει είχαν παρακολουθηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρακολουθάω, θα παρακολουθώ θα παρακολουθιέμαι
εσύ — you θα παρακολουθάς θα παρακολουθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρακολουθάει, θα παρακολουθά θα παρακολουθιέται
εμείς — we θα παρακολουθάμε, θα παρακολουθούμε θα παρακολουθιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παρακολουθάτε θα παρακολουθιέστε, θα παρακολουθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρακολουθάν(ε), θα παρακολουθούν(ε) θα παρακολουθιούνται, θα παρακολουθιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρακολουθήσω θα παρακολουθηθώ
εσύ — you θα παρακολουθήσεις θα παρακολουθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρακολουθήσει θα παρακολουθηθεί
εμείς — we θα παρακολουθήσουμε, θα παρακολουθήσομε θα παρακολουθηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παρακολουθήσετε θα παρακολουθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρακολουθήσουν(ε) θα παρακολουθηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παρακολουθήσει θα έχω παρακολουθηθεί
εσύ — you θα έχεις παρακολουθήσει θα έχεις παρακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παρακολουθήσει θα έχει παρακολουθηθεί
εμείς — we θα έχουμε παρακολουθήσει θα έχουμε παρακολουθηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παρακολουθήσει θα έχετε παρακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παρακολουθήσει θα έχουν παρακολουθηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρακολουθάω, να παρακολουθώ να παρακολουθιέμαι
εσύ — you να παρακολουθάς να παρακολουθιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρακολουθάει, να παρακολουθά να παρακολουθιέται
εμείς — we να παρακολουθάμε, να παρακολουθούμε να παρακολουθιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παρακολουθάτε να παρακολουθιέστε, να παρακολουθιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρακολουθάν(ε), να παρακολουθούν(ε) να παρακολουθιούνται, να παρακολουθιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρακολουθήσω να παρακολουθηθώ
εσύ — you να παρακολουθήσεις να παρακολουθηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρακολουθήσει να παρακολουθηθεί
εμείς — we να παρακολουθήσουμε, να παρακολουθήσομε να παρακολουθηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να παρακολουθήσετε να παρακολουθηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρακολουθήσουν(ε) να παρακολουθηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παρακολουθήσει να έχω παρακολουθηθεί
εσύ — you να έχεις παρακολουθήσει να έχεις παρακολουθηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παρακολουθήσει να έχει παρακολουθηθεί
εμείς — we να έχουμε παρακολουθήσει να έχουμε παρακολουθηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παρακολουθήσει να έχετε παρακολουθηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παρακολουθήσει να έχουν παρακολουθηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: παρακολούθα / παρακολουθάτε.

Simple: παρακολούθησε (εσύ); παρακολουθήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The -άω active and -ιέμαι passive are conversational variants.
  • The active command is παρακολουθήστε; παρακολουθείστε is a passive present form.

Παρακολουθώ μαθήματα ελληνικών.

I attend Greek classes.

Παρακολούθησα την ταινία.

I watched the film.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρακολουθώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parakolouthao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

1 thought on “παρακολουθάω — to watch; to follow; to attend”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /parakolouthao/