Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παρακολουθώ / παρακολουθάω means to watch, follow, attend, or monitor. The passive means to be watched or monitored.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρακολουθάω, παρακολουθώ | παρακολουθιέμαι |
| εσύ — you | παρακολουθάς | παρακολουθιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρακολουθάει, παρακολουθά | παρακολουθιέται |
| εμείς — we | παρακολουθάμε, παρακολουθούμε | παρακολουθιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρακολουθάτε | παρακολουθιέστε, παρακολουθιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρακολουθάν(ε), παρακολουθούν(ε) | παρακολουθιούνται, παρακολουθιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρακολουθούσα, παρακολούθαγα | παρακολουθιόμουν(α) |
| εσύ — you | παρακολουθούσες, παρακολούθαγες | παρακολουθιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρακολουθούσε, παρακολούθαγε | παρακολουθιόταν(ε) |
| εμείς — we | παρακολουθούσαμε, παρακολουθάγαμε | παρακολουθιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παρακολουθούσατε, παρακολουθάγατε | παρακολουθιόσαστε, παρακολουθιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρακολουθούσαν(ε), παρακολούθαγαν, παρακολουθάγανε | παρακολουθιόνταν(ε), παρακολουθιούνταν, παρακολουθιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρακολούθησα | παρακολουθήθηκα |
| εσύ — you | παρακολούθησες | παρακολουθήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρακολούθησε | παρακολουθήθηκε |
| εμείς — we | παρακολουθήσαμε | παρακολουθηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρακολουθήσατε | παρακολουθηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρακολούθησαν, παρακολουθήσαν(ε) | παρακολουθήθηκαν, παρακολουθηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παρακολουθήσει | έχω παρακολουθηθεί |
| εσύ — you | έχεις παρακολουθήσει | έχεις παρακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παρακολουθήσει | έχει παρακολουθηθεί |
| εμείς — we | έχουμε παρακολουθήσει | έχουμε παρακολουθηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παρακολουθήσει | έχετε παρακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παρακολουθήσει | έχουν παρακολουθηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παρακολουθήσει | είχα παρακολουθηθεί |
| εσύ — you | είχες παρακολουθήσει | είχες παρακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παρακολουθήσει | είχε παρακολουθηθεί |
| εμείς — we | είχαμε παρακολουθήσει | είχαμε παρακολουθηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παρακολουθήσει | είχατε παρακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παρακολουθήσει | είχαν παρακολουθηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παρακολουθάω, θα παρακολουθώ | θα παρακολουθιέμαι |
| εσύ — you | θα παρακολουθάς | θα παρακολουθιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρακολουθάει, θα παρακολουθά | θα παρακολουθιέται |
| εμείς — we | θα παρακολουθάμε, θα παρακολουθούμε | θα παρακολουθιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρακολουθάτε | θα παρακολουθιέστε, θα παρακολουθιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρακολουθάν(ε), θα παρακολουθούν(ε) | θα παρακολουθιούνται, θα παρακολουθιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παρακολουθήσω | θα παρακολουθηθώ |
| εσύ — you | θα παρακολουθήσεις | θα παρακολουθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρακολουθήσει | θα παρακολουθηθεί |
| εμείς — we | θα παρακολουθήσουμε, θα παρακολουθήσομε | θα παρακολουθηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρακολουθήσετε | θα παρακολουθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρακολουθήσουν(ε) | θα παρακολουθηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παρακολουθήσει | θα έχω παρακολουθηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις παρακολουθήσει | θα έχεις παρακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παρακολουθήσει | θα έχει παρακολουθηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παρακολουθήσει | θα έχουμε παρακολουθηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παρακολουθήσει | θα έχετε παρακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παρακολουθήσει | θα έχουν παρακολουθηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παρακολουθάω, να παρακολουθώ | να παρακολουθιέμαι |
| εσύ — you | να παρακολουθάς | να παρακολουθιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρακολουθάει, να παρακολουθά | να παρακολουθιέται |
| εμείς — we | να παρακολουθάμε, να παρακολουθούμε | να παρακολουθιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρακολουθάτε | να παρακολουθιέστε, να παρακολουθιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρακολουθάν(ε), να παρακολουθούν(ε) | να παρακολουθιούνται, να παρακολουθιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παρακολουθήσω | να παρακολουθηθώ |
| εσύ — you | να παρακολουθήσεις | να παρακολουθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρακολουθήσει | να παρακολουθηθεί |
| εμείς — we | να παρακολουθήσουμε, να παρακολουθήσομε | να παρακολουθηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρακολουθήσετε | να παρακολουθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρακολουθήσουν(ε) | να παρακολουθηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παρακολουθήσει | να έχω παρακολουθηθεί |
| εσύ — you | να έχεις παρακολουθήσει | να έχεις παρακολουθηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παρακολουθήσει | να έχει παρακολουθηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε παρακολουθήσει | να έχουμε παρακολουθηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παρακολουθήσει | να έχετε παρακολουθηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παρακολουθήσει | να έχουν παρακολουθηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: παρακολούθα / παρακολουθάτε.
Simple: παρακολούθησε (εσύ); παρακολουθήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The -άω active and -ιέμαι passive are conversational variants.
- The active command is παρακολουθήστε; παρακολουθείστε is a passive present form.
Παρακολουθώ μαθήματα ελληνικών.
I attend Greek classes.
Παρακολούθησα την ταινία.
I watched the film.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρακολουθώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parakolouthao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/parakolouthao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “παρακολουθάω — to watch; to follow; to attend”
Comments are closed.