Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ονειρεύομαι means to dream, during sleep or as an aspiration.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ονειρεύομαι |
| εσύ — you |
ονειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ονειρεύεται |
| εμείς — we |
ονειρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ονειρεύεστε, ονειρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ονειρεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ονειρευόμουν(α) |
| εσύ — you |
ονειρευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ονειρευόταν(ε) |
| εμείς — we |
ονειρευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) |
ονειρευόσαστε, ονειρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ονειρεύονταν, ονειρευόντανε, ονειρευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
ονειρεύτηκα |
| εσύ — you |
ονειρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
ονειρεύτηκε |
| εμείς — we |
ονειρευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
ονειρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
ονειρεύτηκαν, ονειρευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω ονειρευτεί |
| εσύ — you |
έχεις ονειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει ονειρευτεί |
| εμείς — we |
έχουμε ονειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε ονειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν ονειρευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα ονειρευτεί |
| εσύ — you |
είχες ονειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε ονειρευτεί |
| εμείς — we |
είχαμε ονειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε ονειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν ονειρευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα ονειρεύομαι |
| εσύ — you |
θα ονειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα ονειρεύεται |
| εμείς — we |
θα ονειρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα ονειρεύεστε, θα ονειρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα ονειρεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα ονειρευτώ |
| εσύ — you |
θα ονειρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα ονειρευτεί |
| εμείς — we |
θα ονειρευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα ονειρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα ονειρευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω ονειρευτεί |
| εσύ — you |
θα έχεις ονειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει ονειρευτεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε ονειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε ονειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν ονειρευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να ονειρεύομαι |
| εσύ — you |
να ονειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να ονειρεύεται |
| εμείς — we |
να ονειρευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να ονειρεύεστε, να ονειρευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να ονειρεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να ονειρευτώ |
| εσύ — you |
να ονειρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να ονειρευτεί |
| εμείς — we |
να ονειρευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να ονειρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να ονειρευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω ονειρευτεί |
| εσύ — you |
να έχεις ονειρευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει ονειρευτεί |
| εμείς — we |
να έχουμε ονειρευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε ονειρευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν ονειρευτεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: ονειρέψου (εσύ); ονειρευτείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This verb has middle endings and an active meaning. ονειρεμένος can mean dreamlike or ideal; it is not a general replacement for έχω ονειρευτεί.
Ονειρεύτηκα τη θάλασσα.
I dreamed of the sea.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ονειρεύομαι.