Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μασάω / μασώ means to chew. The passive means to be chewed and usually refers to food.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μασάω, μασώ | μασιέμαι |
| εσύ — you | μασάς | μασιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μασάει, μασά | μασιέται |
| εμείς — we | μασάμε, μασούμε | μασιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | μασάτε | μασιέστε, μασιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μασάν(ε), μασούν(ε) | μασιούνται, μασιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μασούσα, μάσαγα | μασιόμουν(α) |
| εσύ — you | μασούσες, μάσαγες | μασιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μασούσε, μάσαγε | μασιόταν(ε) |
| εμείς — we | μασούσαμε, μασάγαμε | μασιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | μασούσατε, μασάγατε | μασιόσαστε, μασιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μασούσαν(ε), μάσαγαν, μασάγανε | μασιόνταν(ε), μασιούνταν, μασιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μάσησα | μασήθηκα |
| εσύ — you | μάσησες | μασήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μάσησε | μασήθηκε |
| εμείς — we | μασήσαμε | μασηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μασήσατε | μασηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μάσησαν, μασήσαν(ε) | μασήθηκαν, μασηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω μασήσει | έχω μασηθεί |
| εσύ — you | έχεις μασήσει | έχεις μασηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μασήσει | έχει μασηθεί |
| εμείς — we | έχουμε μασήσει | έχουμε μασηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μασήσει | έχετε μασηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μασήσει | έχουν μασηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα μασήσει | είχα μασηθεί |
| εσύ — you | είχες μασήσει | είχες μασηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μασήσει | είχε μασηθεί |
| εμείς — we | είχαμε μασήσει | είχαμε μασηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μασήσει | είχατε μασηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μασήσει | είχαν μασηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μασάω, θα μασώ | θα μασιέμαι |
| εσύ — you | θα μασάς | θα μασιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μασάει, θα μασά | θα μασιέται |
| εμείς — we | θα μασάμε, θα μασούμε | θα μασιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μασάτε | θα μασιέστε, θα μασιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μασάν(ε), θα μασούν(ε) | θα μασιούνται, θα μασιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μασήσω | θα μασηθώ |
| εσύ — you | θα μασήσεις | θα μασηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μασήσει | θα μασηθεί |
| εμείς — we | θα μασήσουμε, θα μασήσομε | θα μασηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μασήσετε | θα μασηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μασήσουν(ε) | θα μασηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μασήσει | θα έχω μασηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις μασήσει | θα έχεις μασηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μασήσει | θα έχει μασηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε μασήσει | θα έχουμε μασηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μασήσει | θα έχετε μασηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μασήσει | θα έχουν μασηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μασάω, να μασώ | να μασιέμαι |
| εσύ — you | να μασάς | να μασιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μασάει, να μασά | να μασιέται |
| εμείς — we | να μασάμε, να μασούμε | να μασιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μασάτε | να μασιέστε, να μασιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μασάν(ε), να μασούν(ε) | να μασιούνται, να μασιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μασήσω | να μασηθώ |
| εσύ — you | να μασήσεις | να μασηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μασήσει | να μασηθεί |
| εμείς — we | να μασήσουμε, να μασήσομε | να μασηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μασήσετε | να μασηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μασήσουν(ε) | να μασηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω μασήσει | να έχω μασηθεί |
| εσύ — you | να έχεις μασήσει | να έχεις μασηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μασήσει | να έχει μασηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε μασήσει | να έχουμε μασηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μασήσει | να έχετε μασηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μασήσει | να έχουν μασηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μάσα / μασάτε.
Simple: μάσησε (εσύ); μασήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- First- and second-person passive forms need a special literal or figurative context.
Μάσα αργά.
Chew slowly.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μασάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/masao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/masao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →