μαρτυρώ (marturo) — to testify; to reveal

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μαρτυρώ / μαρτυράω means to testify, attest, reveal, or give something away. It does not simply mean to see an event.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαρτυρώ
εσύ — you μαρτυρείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαρτυρεί
εμείς — we μαρτυρούμε
εσείς — you (plural / polite) μαρτυρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαρτυρούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαρτυρούσα
εσύ — you μαρτυρούσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαρτυρούσε
εμείς — we μαρτυρούσαμε
εσείς — you (plural / polite) μαρτυρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαρτυρούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαρτύρησα
εσύ — you μαρτύρησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαρτύρησε
εμείς — we μαρτυρήσαμε
εσείς — you (plural / polite) μαρτυρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαρτύρησαν, μαρτυρήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μαρτυρήσει
εσύ — you έχεις μαρτυρήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μαρτυρήσει
εμείς — we έχουμε μαρτυρήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε μαρτυρήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μαρτυρήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μαρτυρήσει
εσύ — you είχες μαρτυρήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μαρτυρήσει
εμείς — we είχαμε μαρτυρήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε μαρτυρήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μαρτυρήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μαρτυρώ
εσύ — you θα μαρτυρείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαρτυρεί
εμείς — we θα μαρτυρούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μαρτυρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαρτυρούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μαρτυρήσω
εσύ — you θα μαρτυρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαρτυρήσει
εμείς — we θα μαρτυρήσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα μαρτυρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαρτυρήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μαρτυρήσει
εσύ — you θα έχεις μαρτυρήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μαρτυρήσει
εμείς — we θα έχουμε μαρτυρήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μαρτυρήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μαρτυρήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μαρτυρώ
εσύ — you να μαρτυρείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαρτυρεί
εμείς — we να μαρτυρούμε
εσείς — you (plural / polite) να μαρτυρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαρτυρούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μαρτυρήσω
εσύ — you να μαρτυρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαρτυρήσει
εμείς — we να μαρτυρήσουμε, να μαρτυρήσομε
εσείς — you (plural / polite) να μαρτυρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαρτυρήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μαρτυρήσει
εσύ — you να έχεις μαρτυρήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μαρτυρήσει
εμείς — we να έχουμε μαρτυρήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μαρτυρήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μαρτυρήσει

Imperative · Προστακτική

Simple: μαρτύρησε (εσύ); μαρτυρήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Another meaning is to suffer greatly or undergo martyrdom; the context determines the sense.

Μη μαρτυρήσεις το μυστικό.

Do not reveal the secret.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαρτυρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/marturo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /marturo/