ικανοποιώ (ikanopoio) — to satisfy

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ικανοποιώ — to satisfy.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ικανοποιώ ικανοποιούμαι
εσύ — you ικανοποιείς ικανοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ικανοποιεί ικανοποιείται
εμείς — we ικανοποιούμε ικανοποιούμαστε, ικανοποιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ικανοποιείτε ικανοποιείστε, ικανοποιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ικανοποιούν(ε) ικανοποιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ικανοποιούσα ικανοποιούμουν, ικανοποιόμουν
εσύ — you ικανοποιούσες ικανοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ικανοποιούσε ικανοποιούνταν, ικανοποιόταν
εμείς — we ικανοποιούσαμε ικανοποιούμασταν, ικανοποιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ικανοποιούσατε ικανοποιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ικανοποιούσαν(ε) ικανοποιούνταν, ικανοποιόνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ικανοποίησα ικανοποιήθηκα
εσύ — you ικανοποίησες ικανοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ικανοποίησε ικανοποιήθηκε
εμείς — we ικανοποιήσαμε ικανοποιηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ικανοποιήσατε ικανοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ικανοποίησαν, ικανοποιήσαν(ε) ικανοποιήθηκαν, ικανοποιηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ικανοποιήσει έχω ικανοποιηθεί
εσύ — you έχεις ικανοποιήσει έχεις ικανοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ικανοποιήσει έχει ικανοποιηθεί
εμείς — we έχουμε ικανοποιήσει έχουμε ικανοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ικανοποιήσει έχετε ικανοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ικανοποιήσει έχουν ικανοποιηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ικανοποιήσει είχα ικανοποιηθεί
εσύ — you είχες ικανοποιήσει είχες ικανοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ικανοποιήσει είχε ικανοποιηθεί
εμείς — we είχαμε ικανοποιήσει είχαμε ικανοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ικανοποιήσει είχατε ικανοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ικανοποιήσει είχαν ικανοποιηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ικανοποιώ θα ικανοποιούμαι
εσύ — you θα ικανοποιείς θα ικανοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ικανοποιεί θα ικανοποιείται
εμείς — we θα ικανοποιούμε θα ικανοποιούμαστε, θα ικανοποιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ικανοποιείτε θα ικανοποιείστε, θα ικανοποιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ικανοποιούν(ε) θα ικανοποιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ικανοποιήσω θα ικανοποιηθώ
εσύ — you θα ικανοποιήσεις θα ικανοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ικανοποιήσει θα ικανοποιηθεί
εμείς — we θα ικανοποιήσουμε θα ικανοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ικανοποιήσετε θα ικανοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ικανοποιήσουν(ε) θα ικανοποιηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ικανοποιήσει θα έχω ικανοποιηθεί
εσύ — you θα έχεις ικανοποιήσει θα έχεις ικανοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ικανοποιήσει θα έχει ικανοποιηθεί
εμείς — we θα έχουμε ικανοποιήσει θα έχουμε ικανοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ικανοποιήσει θα έχετε ικανοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ικανοποιήσει θα έχουν ικανοποιηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ικανοποιώ να ικανοποιούμαι
εσύ — you να ικανοποιείς να ικανοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ικανοποιεί να ικανοποιείται
εμείς — we να ικανοποιούμε να ικανοποιούμαστε, να ικανοποιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ικανοποιείτε να ικανοποιείστε, να ικανοποιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ικανοποιούν(ε) να ικανοποιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ικανοποιήσω να ικανοποιηθώ
εσύ — you να ικανοποιήσεις να ικανοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ικανοποιήσει να ικανοποιηθεί
εμείς — we να ικανοποιήσουμε, να ικανοποιήσομε να ικανοποιηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ικανοποιήσετε να ικανοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ικανοποιήσουν(ε) να ικανοποιηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ικανοποιήσει να έχω ικανοποιηθεί
εσύ — you να έχεις ικανοποιήσει να έχεις ικανοποιηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ικανοποιήσει να έχει ικανοποιηθεί
εμείς — we να έχουμε ικανοποιήσει να έχουμε ικανοποιηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ικανοποιήσει να έχετε ικανοποιηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ικανοποιήσει να έχουν ικανοποιηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — ικανοποιείτε — —
Simple ικανοποίησε ικανοποιήστε ικανοποιήσου ικανοποιηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ικανοποιώ means to satisfy a person, need, condition, or request. Ικανοποιούμαι can mean to be satisfied or to have a request met.
  • The learned imperfect variants ικανοποιείτο / ικανοποιούντο also occur in formal writing.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η απάντηση δεν με ικανοποίησε.

The answer did not satisfy me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ικανοποιώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ikanopoio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /ikanopoio/