Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αμφιβάλλω · to doubt
Αμφιβάλλω αν θα έρθει. — I doubt whether he/she will come.
Spelling distinguishes aspect: Use double λλ in the present stem: αμφιβάλλω, αμφέβαλλα, θα αμφιβάλλω. Use one λ in the perfective stem: αμφέβαλα, θα αμφιβάλω, έχω αμφιβάλει. The pronunciation alone does not show the difference.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αμφιβάλλω |
| εσύ · you | αμφιβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αμφιβάλλει |
| εμείς · we | αμφιβάλλουμε, αμφιβάλλομε |
| εσείς · you | αμφιβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αμφιβάλλουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αμφέβαλλα |
| εσύ · you | αμφέβαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αμφέβαλλε |
| εμείς · we | αμφιβάλλαμε |
| εσείς · you | αμφιβάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αμφέβαλλαν, αμφιβάλλαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αμφέβαλα |
| εσύ · you | αμφέβαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αμφέβαλε |
| εμείς · we | αμφιβάλαμε |
| εσείς · you | αμφιβάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αμφέβαλαν, αμφιβάλαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αμφιβάλει |
| εσύ · you | έχεις αμφιβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αμφιβάλει |
| εμείς · we | έχουμε αμφιβάλει |
| εσείς · you | έχετε αμφιβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αμφιβάλει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αμφιβάλει |
| εσύ · you | είχες αμφιβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αμφιβάλει |
| εμείς · we | είχαμε αμφιβάλει |
| εσείς · you | είχατε αμφιβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αμφιβάλει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αμφιβάλλω |
| εσύ · you | θα αμφιβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αμφιβάλλει |
| εμείς · we | θα αμφιβάλλουμε, θα αμφιβάλλομε |
| εσείς · you | θα αμφιβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αμφιβάλλουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αμφιβάλω |
| εσύ · you | θα αμφιβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αμφιβάλει |
| εμείς · we | θα αμφιβάλουμε, θα αμφιβάλομε |
| εσείς · you | θα αμφιβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αμφιβάλουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αμφιβάλει |
| εσύ · you | θα έχεις αμφιβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αμφιβάλει |
| εμείς · we | θα έχουμε αμφιβάλει |
| εσείς · you | θα έχετε αμφιβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αμφιβάλει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αμφιβάλλω |
| εσύ · you | να αμφιβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αμφιβάλλει |
| εμείς · we | να αμφιβάλλουμε, να αμφιβάλλομε |
| εσείς · you | να αμφιβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αμφιβάλλουνε |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αμφιβάλω |
| εσύ · you | να αμφιβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αμφιβάλει |
| εμείς · we | να αμφιβάλουμε |
| εσείς · you | να αμφιβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αμφιβάλουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αμφιβάλει |
| εσύ · you | να έχεις αμφιβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αμφιβάλει |
| εμείς · we | να έχουμε αμφιβάλει |
| εσείς · you | να έχετε αμφιβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αμφιβάλει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: αμφίβαλλε / αμφιβάλλετε.
Simple: αμφίβαλε / αμφιβάλετε.
Μην αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου. — Do not doubt yourself.
Spelling: The affirmative imperative has no past-tense augment: αμφίβαλλε / αμφίβαλε, compared with indicative αμφέβαλλε / αμφέβαλε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αμφιβάλλοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αμφιβάλει.
Invariant compound-tense form: αμφιβάλει; not an independently used infinitive.
Restricted passive use: αμφιβάλλεται can mean is disputed / is in doubt in formal usage. This is not a reason to create a full everyday passive paradigm for all persons and tenses.
https://moderngreekverbs.com/amfiballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.