Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υποφέρω — to suffer

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υποφέρω — to suffer; endure.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I υποφέρω
εσύ — you υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποφέρει
εμείς — we υποφέρουμε, υποφέρομε
εσείς — you (plural / polite) υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποφέρουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I υπέφερα, υπόφερα
εσύ — you υπέφερες, υπόφερες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπέφερε, υπόφερε
εμείς — we υποφέραμε
εσείς — you (plural / polite) υποφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I υπέφερα, υπόφερα
εσύ — you υπέφερες, υπόφερες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υπέφερε, υπόφερε
εμείς — we υποφέραμε
εσείς — you (plural / polite) υποφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω υποφέρει
εσύ — you έχεις υποφέρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υποφέρει
εμείς — we έχουμε υποφέρει
εσείς — you (plural / polite) έχετε υποφέρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υποφέρει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα υποφέρει
εσύ — you είχες υποφέρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υποφέρει
εμείς — we είχαμε υποφέρει
εσείς — you (plural / polite) είχατε υποφέρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υποφέρει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα υποφέρω
εσύ — you θα υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποφέρει
εμείς — we θα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
εσείς — you (plural / polite) θα υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποφέρουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα υποφέρω
εσύ — you θα υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποφέρει
εμείς — we θα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
εσείς — you (plural / polite) θα υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποφέρουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω υποφέρει
εσύ — you θα έχεις υποφέρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υποφέρει
εμείς — we θα έχουμε υποφέρει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υποφέρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υποφέρει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να υποφέρω
εσύ — you να υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποφέρει
εμείς — we να υποφέρουμε, να υποφέρομε
εσείς — you (plural / polite) να υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποφέρουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να υποφέρω
εσύ — you να υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποφέρει
εμείς — we να υποφέρουμε, να υποφέρομε
εσείς — you (plural / polite) να υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποφέρουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω υποφέρει
εσύ — you να έχεις υποφέρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υποφέρει
εμείς — we να έχουμε υποφέρει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υποφέρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υποφέρει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active forms in several aspect pairs are identical: υπέφερα, θα υποφέρω, να υποφέρω. υπόφερα is another past variant. The impersonal passive δεν υποφέρεται means it is unbearable; this is separate from saying I suffer.

Υποφέρει από πονοκεφάλους.

She suffers from headaches.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υποφέρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upofero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /upofero/