τηλεφωνάω (tilefonao) — to phone; call

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τηλεφωνάω / τηλεφωνώ — to phone; call by telephone.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τηλεφωνάω, τηλεφωνώ τηλεφωνιέμαι
εσύ — you τηλεφωνάς τηλεφωνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τηλεφωνάει, τηλεφωνά τηλεφωνιέται
εμείς — we τηλεφωνάμε, τηλεφωνούμε τηλεφωνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τηλεφωνάτε τηλεφωνιέστε, τηλεφωνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τηλεφωνάν(ε), τηλεφωνούν(ε) τηλεφωνιούνται, τηλεφωνιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τηλεφωνούσα, τηλεφώναγα τηλεφωνιόμουν(α)
εσύ — you τηλεφωνούσες, τηλεφώναγες τηλεφωνιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τηλεφωνούσε, τηλεφώναγε τηλεφωνιόταν(ε)
εμείς — we τηλεφωνούσαμε, τηλεφωνάγαμε τηλεφωνιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τηλεφωνούσατε, τηλεφωνάγατε τηλεφωνιόσαστε, τηλεφωνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τηλεφωνούσαν(ε), τηλεφώναγαν, τηλεφωνάγανε τηλεφωνιόνταν(ε), τηλεφωνιούνταν, τηλεφωνιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τηλεφώνησα τηλεφωνήθηκα
εσύ — you τηλεφώνησες τηλεφωνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τηλεφώνησε τηλεφωνήθηκε
εμείς — we τηλεφωνήσαμε τηλεφωνηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τηλεφωνήσατε τηλεφωνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τηλεφώνησαν, τηλεφωνήσαν(ε) τηλεφωνήθηκαν, τηλεφωνηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τηλεφωνήσει έχω τηλεφωνηθεί
εσύ — you έχεις τηλεφωνήσει έχεις τηλεφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τηλεφωνήσει έχει τηλεφωνηθεί
εμείς — we έχουμε τηλεφωνήσει έχουμε τηλεφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τηλεφωνήσει έχετε τηλεφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τηλεφωνήσει έχουν τηλεφωνηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τηλεφωνήσει είχα τηλεφωνηθεί
εσύ — you είχες τηλεφωνήσει είχες τηλεφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τηλεφωνήσει είχε τηλεφωνηθεί
εμείς — we είχαμε τηλεφωνήσει είχαμε τηλεφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τηλεφωνήσει είχατε τηλεφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τηλεφωνήσει είχαν τηλεφωνηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τηλεφωνάω, θα τηλεφωνώ θα τηλεφωνιέμαι
εσύ — you θα τηλεφωνάς θα τηλεφωνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τηλεφωνάει, θα τηλεφωνά θα τηλεφωνιέται
εμείς — we θα τηλεφωνάμε, θα τηλεφωνούμε θα τηλεφωνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τηλεφωνάτε θα τηλεφωνιέστε, θα τηλεφωνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τηλεφωνάν(ε), θα τηλεφωνούν(ε) θα τηλεφωνιούνται, θα τηλεφωνιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τηλεφωνήσω θα τηλεφωνηθώ
εσύ — you θα τηλεφωνήσεις θα τηλεφωνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τηλεφωνήσει θα τηλεφωνηθεί
εμείς — we θα τηλεφωνήσουμε, θα τηλεφωνήσομε θα τηλεφωνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τηλεφωνήσετε θα τηλεφωνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τηλεφωνήσουν(ε) θα τηλεφωνηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τηλεφωνήσει θα έχω τηλεφωνηθεί
εσύ — you θα έχεις τηλεφωνήσει θα έχεις τηλεφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τηλεφωνήσει θα έχει τηλεφωνηθεί
εμείς — we θα έχουμε τηλεφωνήσει θα έχουμε τηλεφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τηλεφωνήσει θα έχετε τηλεφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τηλεφωνήσει θα έχουν τηλεφωνηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τηλεφωνάω, να τηλεφωνώ να τηλεφωνιέμαι
εσύ — you να τηλεφωνάς να τηλεφωνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τηλεφωνάει, να τηλεφωνά να τηλεφωνιέται
εμείς — we να τηλεφωνάμε, να τηλεφωνούμε να τηλεφωνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τηλεφωνάτε να τηλεφωνιέστε, να τηλεφωνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τηλεφωνάν(ε), να τηλεφωνούν(ε) να τηλεφωνιούνται, να τηλεφωνιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τηλεφωνήσω να τηλεφωνηθώ
εσύ — you να τηλεφωνήσεις να τηλεφωνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τηλεφωνήσει να τηλεφωνηθεί
εμείς — we να τηλεφωνήσουμε, να τηλεφωνήσομε να τηλεφωνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να τηλεφωνήσετε να τηλεφωνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τηλεφωνήσουν(ε) να τηλεφωνηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τηλεφωνήσει να έχω τηλεφωνηθεί
εσύ — you να έχεις τηλεφωνήσει να έχεις τηλεφωνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τηλεφωνήσει να έχει τηλεφωνηθεί
εμείς — we να έχουμε τηλεφωνήσει να έχουμε τηλεφωνηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τηλεφωνήσει να έχετε τηλεφωνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τηλεφωνήσει να έχουν τηλεφωνηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τηλεφώνα (εσύ), τηλεφωνάτε (εσείς).

Simple: τηλεφώνησε (εσύ); τηλεφωνήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Use τηλεφωνώ σε κάποιον for phoning someone. The middle τηλεφωνιέμαι usually has reciprocal meaning: being in touch or speaking with someone by telephone, rather than simply receiving a call.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τηλεφωνηθήκαμε χθες το βράδυ.

We spoke on the phone last night.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τηλεφωνώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/tilefonao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /tilefonao/