θεωρώ (theoro) — to consider

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θεωρώ — to consider; regard as.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θεωρώ θεωρούμαι
εσύ — you θεωρείς θεωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θεωρεί θεωρείται
εμείς — we θεωρούμε θεωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θεωρείτε θεωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θεωρούν(ε) θεωρούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θεωρούσα θεωρούμουν
εσύ — you θεωρούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θεωρούσε θεωρούνταν, εθεωρείτο
εμείς — we θεωρούσαμε θεωρούμασταν
εσείς — you (plural / polite) θεωρούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they θεωρούσαν(ε) θεωρούνταν, εθεωρούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θεώρησα θεωρήθηκα
εσύ — you θεώρησες θεωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θεώρησε θεωρήθηκε
εμείς — we θεωρήσαμε θεωρηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θεωρήσατε θεωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θεώρησαν, θεωρήσαν(ε) θεωρήθηκαν, θεωρηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θεωρήσει έχω θεωρηθεί
εσύ — you έχεις θεωρήσει έχεις θεωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θεωρήσει έχει θεωρηθεί
εμείς — we έχουμε θεωρήσει έχουμε θεωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θεωρήσει έχετε θεωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θεωρήσει έχουν θεωρηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θεωρήσει είχα θεωρηθεί
εσύ — you είχες θεωρήσει είχες θεωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θεωρήσει είχε θεωρηθεί
εμείς — we είχαμε θεωρήσει είχαμε θεωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θεωρήσει είχατε θεωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θεωρήσει είχαν θεωρηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θεωρώ θα θεωρούμαι
εσύ — you θα θεωρείς θα θεωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θεωρεί θα θεωρείται
εμείς — we θα θεωρούμε θα θεωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα θεωρείτε θα θεωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θεωρούν(ε) θα θεωρούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θεωρήσω θα θεωρηθώ
εσύ — you θα θεωρήσεις θα θεωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θεωρήσει θα θεωρηθεί
εμείς — we θα θεωρήσουμε θα θεωρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θεωρήσετε θα θεωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θεωρήσουν(ε) θα θεωρηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θεωρήσει θα έχω θεωρηθεί
εσύ — you θα έχεις θεωρήσει θα έχεις θεωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θεωρήσει θα έχει θεωρηθεί
εμείς — we θα έχουμε θεωρήσει θα έχουμε θεωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θεωρήσει θα έχετε θεωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θεωρήσει θα έχουν θεωρηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θεωρώ να θεωρούμαι
εσύ — you να θεωρείς να θεωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θεωρεί να θεωρείται
εμείς — we να θεωρούμε να θεωρούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να θεωρείτε να θεωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θεωρούν(ε) να θεωρούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θεωρήσω να θεωρηθώ
εσύ — you να θεωρήσεις να θεωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θεωρήσει να θεωρηθεί
εμείς — we να θεωρήσουμε, να θεωρήσομε να θεωρηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να θεωρήσετε να θεωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θεωρήσουν(ε) να θεωρηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θεωρήσει να έχω θεωρηθεί
εσύ — you να έχεις θεωρήσει να έχεις θεωρηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θεωρήσει να έχει θεωρηθεί
εμείς — we να έχουμε θεωρήσει να έχουμε θεωρηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θεωρήσει να έχετε θεωρηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θεωρήσει να έχουν θεωρηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: θεωρείτε.

Simple: θεώρησε (εσύ); θεωρήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for an opinion or assessment, often with ότι or an object plus a description: τον θεωρώ φίλο μου. θεωρούμαι means being considered or regarded as something. It also has an administrative sense of certifying or validating documents; θεωρημένος, -η, -ο is common there. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Θεωρώ ότι έχεις δίκιο.

I consider that you are right.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θεωρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/theoro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /theoro/