Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
στάζω — to drip.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
στάζω |
| εσύ — you |
στάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
στάζει |
| εμείς — we |
στάζουμε, στάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
στάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
στάζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έσταζα |
| εσύ — you |
έσταζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έσταζε |
| εμείς — we |
στάζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
στάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έσταζαν, στάζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έσταξα |
| εσύ — you |
έσταξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έσταξε |
| εμείς — we |
στάξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
στάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έσταξαν, στάξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω στάξει |
| εσύ — you |
έχεις στάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει στάξει |
| εμείς — we |
έχουμε στάξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε στάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν στάξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα στάξει |
| εσύ — you |
είχες στάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε στάξει |
| εμείς — we |
είχαμε στάξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε στάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν στάξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα στάζω |
| εσύ — you |
θα στάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα στάζει |
| εμείς — we |
θα στάζουμε, θα στάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα στάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα στάζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα στάξω |
| εσύ — you |
θα στάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα στάξει |
| εμείς — we |
θα στάξουμε, θα στάξομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα στάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα στάξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω στάξει |
| εσύ — you |
θα έχεις στάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει στάξει |
| εμείς — we |
θα έχουμε στάξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε στάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν στάξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να στάζω |
| εσύ — you |
να στάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να στάζει |
| εμείς — we |
να στάζουμε, να στάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να στάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να στάζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να στάξω |
| εσύ — you |
να στάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να στάξει |
| εμείς — we |
να στάξουμε, να στάξομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να στάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να στάξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω στάξει |
| εσύ — you |
να έχεις στάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει στάξει |
| εμείς — we |
να έχουμε στάξει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε στάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν στάξει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: στάζε (εσύ), στάζετε (εσείς).
Simple: στάξε (εσύ); στάξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- It can describe a liquid dripping or a source leaking. In a transitive instruction it can mean letting a few drops fall.
Η βρύση στάζει.
The tap is dripping.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στάζω.