Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
πλένω: core forms & usage
to wash
The stem vowel changes: πλένω → έπλυνα → θα πλύνω. The active form can take a body part as its object.
Πλένω τα χέρια μου πριν από το φαγητό.
I wash my hands before eating.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | πλένω |
| you (singular) | πλένεις |
| he / she / it | πλένει |
| we | πλένουμε, πλένομε |
| you (plural or polite) | πλένετε |
| they | πλένουν, πλένουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έπλενα |
| you (singular) | έπλενες |
| he / she / it | έπλενε |
| we | πλέναμε |
| you (plural or polite) | πλένατε |
| they | έπλεναν, πλέναν, πλένανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έπλυνα |
| you (singular) | έπλυνες |
| he / she / it | έπλυνε |
| we | πλύναμε |
| you (plural or polite) | πλύνατε |
| they | έπλυναν, πλύναν, πλύνανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα πλύνω |
| you (singular) | θα πλύνεις |
| he / she / it | θα πλύνει |
| we | θα πλύνουμε, θα πλύνομε |
| you (plural or polite) | θα πλύνετε |
| they | θα πλύνουν, θα πλύνουνε |
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
See this verb in use
Πλένω τα χέρια μου.
I am washing my hands.
Use πλένω with the thing you wash: πλένω τα ρούχα, I wash the clothes. Πλένομαι means that I wash myself or get washed.
πλένω means to wash something; πλένομαι means to wash oneself or be washed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πλένω | πλένομαι |
| εσύ — you | πλένεις | πλένεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πλένει | πλένεται |
| εμείς — we | πλένουμε, πλένομε | πλενόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | πλένετε | πλένεστε, πλενόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πλένουν(ε) | πλένονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έπλενα | πλενόμουν(α) |
| εσύ — you | έπλενες | πλενόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έπλενε | πλενόταν(ε) |
| εμείς — we | πλέναμε | πλενόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | πλένατε | πλενόσαστε, πλενόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έπλεναν, πλέναν(ε) | πλένονταν, πλενόντανε, πλενόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έπλυνα | πλύθηκα |
| εσύ — you | έπλυνες | πλύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έπλυνε | πλύθηκε |
| εμείς — we | πλύναμε | πλυθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πλύνατε | πλυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έπλυναν, πλύναν(ε) | πλύθηκαν, πλυθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω πλύνει | έχω πλυθεί |
| εσύ — you | έχεις πλύνει | έχεις πλυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πλύνει | έχει πλυθεί |
| εμείς — we | έχουμε πλύνει | έχουμε πλυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πλύνει | έχετε πλυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πλύνει | έχουν πλυθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα πλύνει | είχα πλυθεί |
| εσύ — you | είχες πλύνει | είχες πλυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πλύνει | είχε πλυθεί |
| εμείς — we | είχαμε πλύνει | είχαμε πλυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πλύνει | είχατε πλυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πλύνει | είχαν πλυθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πλένω | θα πλένομαι |
| εσύ — you | θα πλένεις | θα πλένεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πλένει | θα πλένεται |
| εμείς — we | θα πλένουμε, θα πλένομε | θα πλενόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πλένετε | θα πλένεστε, θα πλενόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πλένουν(ε) | θα πλένονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πλύνω | θα πλυθώ |
| εσύ — you | θα πλύνεις | θα πλυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πλύνει | θα πλυθεί |
| εμείς — we | θα πλύνουμε, θα πλύνομε | θα πλυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πλύνετε | θα πλυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πλύνουν(ε) | θα πλυθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πλύνει | θα έχω πλυθεί |
| εσύ — you | θα έχεις πλύνει | θα έχεις πλυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πλύνει | θα έχει πλυθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε πλύνει | θα έχουμε πλυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πλύνει | θα έχετε πλυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πλύνει | θα έχουν πλυθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πλένω | να πλένομαι |
| εσύ — you | να πλένεις | να πλένεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πλένει | να πλένεται |
| εμείς — we | να πλένουμε, να πλένομε | να πλενόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πλένετε | να πλένεστε, να πλενόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πλένουν(ε) | να πλένονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πλύνω | να πλυθώ |
| εσύ — you | να πλύνεις | να πλυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πλύνει | να πλυθεί |
| εμείς — we | να πλύνουμε, να πλύνομε | να πλυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πλύνετε | να πλυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πλύνουν(ε) | να πλυθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω πλύνει | να έχω πλυθεί |
| εσύ — you | να έχεις πλύνει | να έχεις πλυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πλύνει | να έχει πλυθεί |
| εμείς — we | να έχουμε πλύνει | να έχουμε πλυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πλύνει | να έχετε πλυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πλύνει | να έχουν πλυθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | πλένε | πλένετε | — | πλένεστε |
| Simple | πλύνε | πλύνετε, πλύντε | πλύσου | πλυθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The active perfective is έπλυνα / πλύνω / πλύνει; the middle/passive is πλύθηκα / πλυθώ / πλυθεί.
Πλύνε τα χέρια σου.
Wash your hands.
Πλύθηκα και ντύθηκα.
I washed and got dressed.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πλένω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pleno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/pleno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.