Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
περισσεύω means to be left over, be surplus, or be more than is needed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
περισσεύω |
| εσύ — you |
περισσεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
περισσεύει |
| εμείς — we |
περισσεύουμε, περισσεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
περισσεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
περισσεύουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
περίσσευα |
| εσύ — you |
περίσσευες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
περίσσευε |
| εμείς — we |
περισσεύαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
περισσεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
περίσσευαν, περισσεύαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
περίσσεψα |
| εσύ — you |
περίσσεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
περίσσεψε |
| εμείς — we |
περισσέψαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
περισσέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
περίσσεψαν, περισσέψαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω περισσέψει |
| εσύ — you |
έχεις περισσέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει περισσέψει |
| εμείς — we |
έχουμε περισσέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε περισσέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν περισσέψει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα περισσέψει |
| εσύ — you |
είχες περισσέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε περισσέψει |
| εμείς — we |
είχαμε περισσέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε περισσέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν περισσέψει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα περισσεύω |
| εσύ — you |
θα περισσεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα περισσεύει |
| εμείς — we |
θα περισσεύουμε, θα περισσεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα περισσεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα περισσεύουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα περισσέψω |
| εσύ — you |
θα περισσέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα περισσέψει |
| εμείς — we |
θα περισσέψουμε, θα περισσέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα περισσέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα περισσέψουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω περισσέψει |
| εσύ — you |
θα έχεις περισσέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει περισσέψει |
| εμείς — we |
θα έχουμε περισσέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε περισσέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν περισσέψει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να περισσεύω |
| εσύ — you |
να περισσεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να περισσεύει |
| εμείς — we |
να περισσεύουμε, να περισσεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να περισσεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να περισσεύουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να περισσέψω |
| εσύ — you |
να περισσέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να περισσέψει |
| εμείς — we |
να περισσέψουμε, να περισσέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να περισσέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να περισσέψουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω περισσέψει |
| εσύ — you |
να έχεις περισσέψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει περισσέψει |
| εμείς — we |
να έχουμε περισσέψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε περισσέψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν περισσέψει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The subject is what remains: Μου περίσσεψαν χρήματα means “I had money left over”.
- Perfective: περίσσεψα, θα περισσέψω, έχω περισσέψει.
Περίσσεψε λίγο ψωμί.
There was a little bread left over.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περισσεύω.
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.