Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

νυστάζω — to be sleepy

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

νυστάζω means to feel sleepy; it does not mean to be asleep.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I νυστάζω
εσύ — you νυστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νυστάζει
εμείς — we νυστάζουμε, νυστάζομε
εσείς — you (plural / polite) νυστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νυστάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I νύσταζα
εσύ — you νύσταζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νύσταζε
εμείς — we νυστάζαμε
εσείς — you (plural / polite) νυστάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νύσταζαν, νυστάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I νύσταξα
εσύ — you νύσταξες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it νύσταξε
εμείς — we νυστάξαμε
εσείς — you (plural / polite) νυστάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they νύσταξαν, νυστάξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω νυστάξει
εσύ — you έχεις νυστάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει νυστάξει
εμείς — we έχουμε νυστάξει
εσείς — you (plural / polite) έχετε νυστάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν νυστάξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα νυστάξει
εσύ — you είχες νυστάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε νυστάξει
εμείς — we είχαμε νυστάξει
εσείς — you (plural / polite) είχατε νυστάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν νυστάξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα νυστάζω
εσύ — you θα νυστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νυστάζει
εμείς — we θα νυστάζουμε, θα νυστάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα νυστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νυστάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα νυστάξω
εσύ — you θα νυστάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα νυστάξει
εμείς — we θα νυστάξουμε, θα νυστάξομε
εσείς — you (plural / polite) θα νυστάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα νυστάξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω νυστάξει
εσύ — you θα έχεις νυστάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει νυστάξει
εμείς — we θα έχουμε νυστάξει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε νυστάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν νυστάξει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να νυστάζω
εσύ — you να νυστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νυστάζει
εμείς — we να νυστάζουμε, να νυστάζομε
εσείς — you (plural / polite) να νυστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νυστάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να νυστάξω
εσύ — you να νυστάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να νυστάξει
εμείς — we να νυστάξουμε, να νυστάξομε
εσείς — you (plural / polite) να νυστάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να νυστάξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω νυστάξει
εσύ — you να έχεις νυστάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει νυστάξει
εμείς — we να έχουμε νυστάξει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε νυστάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν νυστάξει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfective series is νύσταξα, θα νυστάξω, έχω νυστάξει. νυσταγμένος, -η, -ο describes a sleepy state.

Νυστάζω και θέλω να κοιμηθώ.

I feel sleepy and want to go to sleep.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — νυστάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/nustazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /nustazo/