Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ντροπιάζω — to humiliate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ντροπιάζω means to shame, disgrace, or humiliate someone. ντροπιάζομαι means to be shamed or disgraced.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ντροπιάζω ντροπιάζομαι
εσύ — you ντροπιάζεις ντροπιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ντροπιάζει ντροπιάζεται
εμείς — we ντροπιάζουμε, ντροπιάζομε ντροπιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ντροπιάζετε ντροπιάζεστε, ντροπιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ντροπιάζουν(ε) ντροπιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ντρόπιαζα ντροπιαζόμουν(α)
εσύ — you ντρόπιαζες ντροπιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ντρόπιαζε ντροπιαζόταν(ε)
εμείς — we ντροπιάζαμε ντροπιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ντροπιάζατε ντροπιαζόσαστε, ντροπιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ντρόπιαζαν, ντροπιάζαν(ε) ντροπιάζονταν, ντροπιαζόντανε, ντροπιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ντρόπιασα ντροπιάστηκα
εσύ — you ντρόπιασες ντροπιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ντρόπιασε ντροπιάστηκε
εμείς — we ντροπιάσαμε ντροπιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ντροπιάσατε ντροπιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ντρόπιασαν, ντροπιάσαν(ε) ντροπιάστηκαν, ντροπιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ντροπιάσει έχω ντροπιαστεί
εσύ — you έχεις ντροπιάσει έχεις ντροπιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ντροπιάσει έχει ντροπιαστεί
εμείς — we έχουμε ντροπιάσει έχουμε ντροπιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ντροπιάσει έχετε ντροπιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ντροπιάσει έχουν ντροπιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ντροπιάσει είχα ντροπιαστεί
εσύ — you είχες ντροπιάσει είχες ντροπιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ντροπιάσει είχε ντροπιαστεί
εμείς — we είχαμε ντροπιάσει είχαμε ντροπιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ντροπιάσει είχατε ντροπιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ντροπιάσει είχαν ντροπιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ντροπιάζω θα ντροπιάζομαι
εσύ — you θα ντροπιάζεις θα ντροπιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ντροπιάζει θα ντροπιάζεται
εμείς — we θα ντροπιάζουμε, θα ντροπιάζομε θα ντροπιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ντροπιάζετε θα ντροπιάζεστε, θα ντροπιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ντροπιάζουν(ε) θα ντροπιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ντροπιάσω θα ντροπιαστώ
εσύ — you θα ντροπιάσεις θα ντροπιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ντροπιάσει θα ντροπιαστεί
εμείς — we θα ντροπιάσουμε, θα ντροπιάσομε θα ντροπιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ντροπιάσετε θα ντροπιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ντροπιάσουν(ε) θα ντροπιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ντροπιάσει θα έχω ντροπιαστεί
εσύ — you θα έχεις ντροπιάσει θα έχεις ντροπιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ντροπιάσει θα έχει ντροπιαστεί
εμείς — we θα έχουμε ντροπιάσει θα έχουμε ντροπιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ντροπιάσει θα έχετε ντροπιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ντροπιάσει θα έχουν ντροπιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ντροπιάζω να ντροπιάζομαι
εσύ — you να ντροπιάζεις να ντροπιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ντροπιάζει να ντροπιάζεται
εμείς — we να ντροπιάζουμε, να ντροπιάζομε να ντροπιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ντροπιάζετε να ντροπιάζεστε, να ντροπιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ντροπιάζουν(ε) να ντροπιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ντροπιάσω να ντροπιαστώ
εσύ — you να ντροπιάσεις να ντροπιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ντροπιάσει να ντροπιαστεί
εμείς — we να ντροπιάσουμε, να ντροπιάσομε να ντροπιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ντροπιάσετε να ντροπιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ντροπιάσουν(ε) να ντροπιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ντροπιάσει να έχω ντροπιαστεί
εσύ — you να έχεις ντροπιάσει να έχεις ντροπιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ντροπιάσει να έχει ντροπιαστεί
εμείς — we να έχουμε ντροπιάσει να έχουμε ντροπιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ντροπιάσει να έχετε ντροπιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ντροπιάσει να έχουν ντροπιαστεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Compare ντρέπομαι, which describes feeling ashamed, embarrassed, or shy.

Μη με ντροπιάζεις μπροστά στους άλλους.

Do not embarrass me in front of other people.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ντροπιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ntropiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ntropiazo/