Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μαλώνω — to quarrel; to scold

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μαλώνω means to quarrel with someone (με κάποιον) or to scold someone (κάποιον).

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαλώνω
εσύ — you μαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαλώνει
εμείς — we μαλώνουμε, μαλώνομε
εσείς — you (plural / polite) μαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαλώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μάλωνα
εσύ — you μάλωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μάλωνε
εμείς — we μαλώναμε
εσείς — you (plural / polite) μαλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μάλωναν, μαλώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μάλωσα
εσύ — you μάλωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μάλωσε
εμείς — we μαλώσαμε
εσείς — you (plural / polite) μαλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μάλωσαν, μαλώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μαλώσει
εσύ — you έχεις μαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μαλώσει
εμείς — we έχουμε μαλώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε μαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μαλώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μαλώσει
εσύ — you είχες μαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μαλώσει
εμείς — we είχαμε μαλώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε μαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μαλώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μαλώνω
εσύ — you θα μαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαλώνει
εμείς — we θα μαλώνουμε, θα μαλώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα μαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαλώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μαλώσω
εσύ — you θα μαλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαλώσει
εμείς — we θα μαλώσουμε, θα μαλώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα μαλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαλώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μαλώσει
εσύ — you θα έχεις μαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μαλώσει
εμείς — we θα έχουμε μαλώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μαλώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μαλώνω
εσύ — you να μαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαλώνει
εμείς — we να μαλώνουμε, να μαλώνομε
εσείς — you (plural / polite) να μαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαλώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μαλώσω
εσύ — you να μαλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαλώσει
εμείς — we να μαλώσουμε, να μαλώσομε
εσείς — you (plural / polite) να μαλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαλώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μαλώσει
εσύ — you να έχεις μαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μαλώσει
εμείς — we να έχουμε μαλώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μαλώσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: μάλωνε / μαλώνετε.

Simple: μάλωσε (εσύ); μαλώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The object and preposition distinguish the two common meanings.

Μάλωσα με τον αδελφό μου.

I quarrelled with my brother.

Μη μαλώνεις το παιδί.

Do not scold the child.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/malono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /malono/