Home 100 everyday verbs κοιτάζω
Everyday Greek · Core 100
κοιτάζω : core forms & usage
to look at
Κοιτάζω describes directing your gaze. The aorist is κοίταξα and the simple future is θα κοιτάξω .
Κοιτάζω τον πίνακα αναχωρήσεων .
I look at the departures board.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present Person Forms I κοιτάζω you (singular) κοιτάζεις he / she / it κοιτάζει we κοιτάζουμε , κοιτάζομε you (plural or polite) κοιτάζετε they κοιτάζουν , κοιτάζουνε
Imperfect Person Forms I κοίταζα you (singular) κοίταζες he / she / it κοίταζε we κοιτάζαμε you (plural or polite) κοιτάζατε they κοίταζαν , κοιτάζαν , κοιτάζανε
Simple past (aorist) Person Forms I κοίταξα you (singular) κοίταξες he / she / it κοίταξε we κοιτάξαμε you (plural or polite) κοιτάξατε they κοίταξαν , κοιτάξαν , κοιτάξανε
Simple future Person Forms I θα κοιτάξω you (singular) θα κοιτάξεις he / she / it θα κοιτάξει we θα κοιτάξουμε , θα κοιτάξομε you (plural or polite) θα κοιτάξετε they θα κοιτάξουν , θα κοιτάξουνε
About this collection
Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs
Modern Greek Verbs ModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
Print / Save PDF Share verb Copy link
Look for γράφω → γράφεις : the stress comes before the final -ω . The group helps with present endings; other tenses may use a different stem. Check the tables below.
How to read the verb tables Start with the present. Find the row for the person you mean: εγώ (I), εσύ (you, singular), αυτός /αυτή /αυτό (he/she/it), εμείς (we), εσείς (you, plural or polite), αυτοί /αυτές /αυτά (they). Greek often leaves out these pronouns because the ending shows the person.
Continuous: over time or repeatedly έγραφα — I was writing / used to write; θα γράφω — I will be writing. The imperfect is the continuous past.Simple: an action viewed as a whole έγραψα — I wrote; θα γράψω — I will write. “Simple” does not mean the action must be short.Perfect: completed by a reference point έχω γράψει — I have written; είχα γράψει — I had written; θα έχω γράψει — I will have written.Subjunctive: forms with να θέλω να γράφω κάθε μέρα — I want to write every day; θέλω να γράψω ένα μήνυμα — I want to write a message. The sentence supplies the time; the forms distinguish repeated activity from an action viewed as a whole.Imperative: instructions or requests γράφε κάθε μέρα — write every day; γράψε το όνομά σου — write your name. These show continuous and simple instructions.Active and middle/passive: form and meaning γράφω — I write; γράφεται — it is written. But a middle/passive ending does not always express a passive meaning: έρχομαι means I come.Alternative forms: commas or slashes separate alternatives. Parentheses mark optional letters, for example γράφουν (ε ) means γράφουν or γράφουνε . Alternatives can differ in style or context, so read any usage note before choosing.
A dash or a missing table means a form is not supplied here. Check the entry’s notes; it does not by itself prove that every omitted form is impossible.
Related forms: κοιτάω
Other verbs with the same source references αγγίζω · αλλάζω · αρπάζω · διατάζω · παίζω · πειράζω
These verbs share source references, but their forms and meanings may differ.
Learning Greek? How to use the tables Verb groups Verb terms explained κοιτάζω — to look; to look at.
Ενεστώτας — Present · Παρατατικός — Imperfect · Αόριστος — Simple past · Παρακείμενος — Present perfect · Υπερσυντέλικος — Past perfect · Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future · Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future · Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect · Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive · Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive · Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive · Usage notes
Present · Ενεστώτας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
κοιτάζω
κοιτάζομαι
εσύ — you
κοιτάζεις
κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κοιτάζει
κοιτάζεται
εμείς — we
κοιτάζουμε , κοιτάζομε
κοιταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
κοιτάζετε
κοιτάζεστε , κοιταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κοιτάζουν (ε )
κοιτάζονται
Imperfect · Παρατατικός
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
κοίταζα
κοιταζόμουν (α )
εσύ — you
κοίταζες
κοιταζόσουν (α )
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κοίταζε
κοιταζόταν (ε )
εμείς — we
κοιτάζαμε
κοιταζόμασταν
εσείς — you (plural / polite)
κοιτάζατε
κοιταζόσαστε , κοιταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κοίταζαν , κοιτάζαν (ε )
κοιτάζονταν , κοιταζόντανε , κοιταζόντουσαν
Simple past (aorist) · Αόριστος
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
κοίταξα
κοιτάχτηκα
εσύ — you
κοίταξες
κοιτάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
κοίταξε
κοιτάχτηκε
εμείς — we
κοιτάξαμε
κοιταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite)
κοιτάξατε
κοιταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
κοίταξαν , κοιτάξαν (ε )
κοιτάχτηκαν , κοιταχτήκαν (ε )
Present perfect · Παρακείμενος
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
έχω κοιτάξει
έχω κοιταχτεί
εσύ — you
έχεις κοιτάξει
έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
έχει κοιτάξει
έχει κοιταχτεί
εμείς — we
έχουμε κοιτάξει
έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite)
έχετε κοιτάξει
έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
έχουν κοιτάξει
έχουν κοιταχτεί
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
είχα κοιτάξει
είχα κοιταχτεί
εσύ — you
είχες κοιτάξει
είχες κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
είχε κοιτάξει
είχε κοιταχτεί
εμείς — we
είχαμε κοιτάξει
είχαμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite)
είχατε κοιτάξει
είχατε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
είχαν κοιτάξει
είχαν κοιταχτεί
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα κοιτάζω
θα κοιτάζομαι
εσύ — you
θα κοιτάζεις
θα κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα κοιτάζει
θα κοιτάζεται
εμείς — we
θα κοιτάζουμε , θα κοιτάζομε
θα κοιταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
θα κοιτάζετε
θα κοιτάζεστε , θα κοιταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα κοιτάζουν (ε )
θα κοιτάζονται
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα κοιτάξω
θα κοιταχτώ
εσύ — you
θα κοιτάξεις
θα κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα κοιτάξει
θα κοιταχτεί
εμείς — we
θα κοιτάξουμε , θα κοιτάξομε
θα κοιταχτούμε
εσείς — you (plural / polite)
θα κοιτάξετε
θα κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα κοιτάξουν (ε )
θα κοιταχτούν (ε )
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
θα έχω κοιτάξει
θα έχω κοιταχτεί
εσύ — you
θα έχεις κοιτάξει
θα έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
θα έχει κοιτάξει
θα έχει κοιταχτεί
εμείς — we
θα έχουμε κοιτάξει
θα έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite)
θα έχετε κοιτάξει
θα έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
θα έχουν κοιτάξει
θα έχουν κοιταχτεί
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να κοιτάζω
να κοιτάζομαι
εσύ — you
να κοιτάζεις
να κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να κοιτάζει
να κοιτάζεται
εμείς — we
να κοιτάζουμε , να κοιτάζομε
να κοιταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite)
να κοιτάζετε
να κοιτάζεστε , να κοιταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να κοιτάζουν (ε )
να κοιτάζονται
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να κοιτάξω
να κοιταχτώ
εσύ — you
να κοιτάξεις
να κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να κοιτάξει
να κοιταχτεί
εμείς — we
να κοιτάξουμε , να κοιτάξομε
να κοιταχτούμε
εσείς — you (plural / polite)
να κοιτάξετε
να κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να κοιτάξουν (ε )
να κοιταχτούν (ε )
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
Πρόσωπο — Person
Ενεργητική — Active
Παθητική — Passive
εγώ — I
να έχω κοιτάξει
να έχω κοιταχτεί
εσύ — you
να έχεις κοιτάξει
να έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it
να έχει κοιτάξει
να έχει κοιταχτεί
εμείς — we
να έχουμε κοιτάξει
να έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite)
να έχετε κοιτάξει
να έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they
να έχουν κοιτάξει
να έχουν κοιταχτεί
Imperative · Προστακτική
Aspect
Active: εσύ
Active: εσείς
Passive: εσύ
Passive: εσείς
Continuous
κοίταζε
κοιτάζετε
—
—
Simple
κοίταξε
κοιτάξτε , κοιτάχτε
κοιτάξου
κοιταχτείτε
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
Κοιτάζω and κοιτάω / κοιτώ share the perfective series κοίταξα / κοιτάξω / κοιτάξει . Κοιτάξου στον καθρέφτη means Look at yourself in the mirror.
Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Κοίταξε τον πίνακα .
Look at the painting.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κοιτάζω .
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →