κοιτάζω (koitazo) — to look; to look at

Everyday Greek · Core 100

κοιτάζω: core forms & usage

to look at

Κοιτάζω describes directing your gaze. The aorist is κοίταξα and the simple future is θα κοιτάξω.

Κοιτάζω τον πίνακα αναχωρήσεων.

I look at the departures board.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iκοιτάζω
you (singular)κοιτάζεις
he / she / itκοιτάζει
weκοιτάζουμε, κοιτάζομε
you (plural or polite)κοιτάζετε
theyκοιτάζουν, κοιτάζουνε

Imperfect

PersonForms
Iκοίταζα
you (singular)κοίταζες
he / she / itκοίταζε
weκοιτάζαμε
you (plural or polite)κοιτάζατε
theyκοίταζαν, κοιτάζαν, κοιτάζανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iκοίταξα
you (singular)κοίταξες
he / she / itκοίταξε
weκοιτάξαμε
you (plural or polite)κοιτάξατε
theyκοίταξαν, κοιτάξαν, κοιτάξανε

Simple future

PersonForms
Iθα κοιτάξω
you (singular)θα κοιτάξεις
he / she / itθα κοιτάξει
weθα κοιτάξουμε, θα κοιτάξομε
you (plural or polite)θα κοιτάξετε
theyθα κοιτάξουν, θα κοιτάξουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κοιτάζω — to look; to look at.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κοιτάζω κοιτάζομαι
εσύ — you κοιτάζεις κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοιτάζει κοιτάζεται
εμείς — we κοιτάζουμε, κοιτάζομε κοιταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κοιτάζετε κοιτάζεστε, κοιταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοιτάζουν(ε) κοιτάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κοίταζα κοιταζόμουν(α)
εσύ — you κοίταζες κοιταζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοίταζε κοιταζόταν(ε)
εμείς — we κοιτάζαμε κοιταζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κοιτάζατε κοιταζόσαστε, κοιταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοίταζαν, κοιτάζαν(ε) κοιτάζονταν, κοιταζόντανε, κοιταζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κοίταξα κοιτάχτηκα
εσύ — you κοίταξες κοιτάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοίταξε κοιτάχτηκε
εμείς — we κοιτάξαμε κοιταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κοιτάξατε κοιταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοίταξαν, κοιτάξαν(ε) κοιτάχτηκαν, κοιταχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κοιτάξει έχω κοιταχτεί
εσύ — you έχεις κοιτάξει έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κοιτάξει έχει κοιταχτεί
εμείς — we έχουμε κοιτάξει έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κοιτάξει έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κοιτάξει έχουν κοιταχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κοιτάξει είχα κοιταχτεί
εσύ — you είχες κοιτάξει είχες κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κοιτάξει είχε κοιταχτεί
εμείς — we είχαμε κοιτάξει είχαμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κοιτάξει είχατε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κοιτάξει είχαν κοιταχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κοιτάζω θα κοιτάζομαι
εσύ — you θα κοιτάζεις θα κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοιτάζει θα κοιτάζεται
εμείς — we θα κοιτάζουμε, θα κοιτάζομε θα κοιταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κοιτάζετε θα κοιτάζεστε, θα κοιταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοιτάζουν(ε) θα κοιτάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κοιτάξω θα κοιταχτώ
εσύ — you θα κοιτάξεις θα κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοιτάξει θα κοιταχτεί
εμείς — we θα κοιτάξουμε, θα κοιτάξομε θα κοιταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κοιτάξετε θα κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοιτάξουν(ε) θα κοιταχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κοιτάξει θα έχω κοιταχτεί
εσύ — you θα έχεις κοιτάξει θα έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κοιτάξει θα έχει κοιταχτεί
εμείς — we θα έχουμε κοιτάξει θα έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κοιτάξει θα έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κοιτάξει θα έχουν κοιταχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κοιτάζω να κοιτάζομαι
εσύ — you να κοιτάζεις να κοιτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοιτάζει να κοιτάζεται
εμείς — we να κοιτάζουμε, να κοιτάζομε να κοιταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κοιτάζετε να κοιτάζεστε, να κοιταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοιτάζουν(ε) να κοιτάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κοιτάξω να κοιταχτώ
εσύ — you να κοιτάξεις να κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοιτάξει να κοιταχτεί
εμείς — we να κοιτάξουμε, να κοιτάξομε να κοιταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να κοιτάξετε να κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοιτάξουν(ε) να κοιταχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κοιτάξει να έχω κοιταχτεί
εσύ — you να έχεις κοιτάξει να έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κοιτάξει να έχει κοιταχτεί
εμείς — we να έχουμε κοιτάξει να έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κοιτάξει να έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κοιτάξει να έχουν κοιταχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κοίταζε κοιτάζετε — —
Simple κοίταξε κοιτάξτε, κοιτάχτε κοιτάξου κοιταχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κοιτάζω and κοιτάω / κοιτώ share the perfective series κοίταξα / κοιτάξω / κοιτάξει. Κοιτάξου στον καθρέφτη means Look at yourself in the mirror.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κοίταξε τον πίνακα.

Look at the painting.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κοιτάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/koitazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /koitazo/