κοιτάω (koitao) — to look; to look at

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Κοιτάω έξω από το παράθυρο.

I am looking out of the window.

Κοιτάω / κοιτώ often emphasises directing your attention or gaze. Βλέπω can mean see or watch. Their uses overlap, so learn them in complete sentences.

Compare the meanings: βλέπω (blepo) — to see, watch

κοιτάω — to look; to look at.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κοιτάω, κοιτώ κοιτιέμαι
εσύ — you κοιτάς κοιτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοιτάει, κοιτά κοιτιέται
εμείς — we κοιτάμε, κοιτούμε κοιτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κοιτάτε κοιτιέστε, κοιτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοιτάν(ε), κοιτούν(ε) κοιτιούνται, κοιτιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κοιτούσα, κοίταγα κοιτιόμουν(α)
εσύ — you κοιτούσες, κοίταγες κοιτιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοιτούσε, κοίταγε κοιτιόταν(ε)
εμείς — we κοιτούσαμε, κοιτάγαμε κοιτιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κοιτούσατε, κοιτάγατε κοιτιόσαστε, κοιτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοιτούσαν(ε), κοίταγαν, κοιτάγανε κοιτιόνταν(ε), κοιτιούνταν, κοιτιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κοίταξα κοιτάχτηκα
εσύ — you κοίταξες κοιτάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοίταξε κοιτάχτηκε
εμείς — we κοιτάξαμε κοιταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κοιτάξατε κοιταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοίταξαν, κοιτάξαν(ε) κοιτάχτηκαν, κοιταχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κοιτάξει έχω κοιταχτεί
εσύ — you έχεις κοιτάξει έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κοιτάξει έχει κοιταχτεί
εμείς — we έχουμε κοιτάξει έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κοιτάξει έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κοιτάξει έχουν κοιταχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κοιτάξει είχα κοιταχτεί
εσύ — you είχες κοιτάξει είχες κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κοιτάξει είχε κοιταχτεί
εμείς — we είχαμε κοιτάξει είχαμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κοιτάξει είχατε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κοιτάξει είχαν κοιταχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κοιτάω, θα κοιτώ θα κοιτιέμαι
εσύ — you θα κοιτάς θα κοιτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοιτάει, θα κοιτά θα κοιτιέται
εμείς — we θα κοιτάμε, θα κοιτούμε θα κοιτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κοιτάτε θα κοιτιέστε, θα κοιτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοιτάν(ε), θα κοιτούν(ε) θα κοιτιούνται, θα κοιτιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κοιτάξω θα κοιταχτώ
εσύ — you θα κοιτάξεις θα κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοιτάξει θα κοιταχτεί
εμείς — we θα κοιτάξουμε, θα κοιτάξομε θα κοιταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κοιτάξετε θα κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοιτάξουν(ε) θα κοιταχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κοιτάξει θα έχω κοιταχτεί
εσύ — you θα έχεις κοιτάξει θα έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κοιτάξει θα έχει κοιταχτεί
εμείς — we θα έχουμε κοιτάξει θα έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κοιτάξει θα έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κοιτάξει θα έχουν κοιταχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κοιτάω, να κοιτώ να κοιτιέμαι
εσύ — you να κοιτάς να κοιτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοιτάει, να κοιτά να κοιτιέται
εμείς — we να κοιτάμε, να κοιτούμε να κοιτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κοιτάτε να κοιτιέστε, να κοιτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοιτάνε, να κοιτούνε να κοιτιούνται, να κοιτιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κοιτάξω να κοιταχτώ
εσύ — you να κοιτάξεις να κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοιτάξει να κοιταχτεί
εμείς — we να κοιτάξουμε, να κοιτάξομε να κοιταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να κοιτάξετε να κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοιτάξουν να κοιταχτούνε

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κοιτάξει να έχω κοιταχτεί
εσύ — you να έχεις κοιτάξει να έχεις κοιταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κοιτάξει να έχει κοιταχτεί
εμείς — we να έχουμε κοιτάξει να έχουμε κοιταχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κοιτάξει να έχετε κοιταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κοιτάξει να έχουν κοιταχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κοίτα, κοίταγε κοιτάτε — —
Simple κοίταξε, κοίτα κοιτάξτε, κοιτάχτε κοιτάξου κοιταχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κοιτάω / κοιτώ is a variant of κοιτάζω. Κοιτιέμαι can mean to look at oneself or, in the plural, look at each other.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν.

They looked at each other and smiled.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κοιτάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/koitao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /koitao/