κερδίζω (kerdizo) — to win; to earn

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κερδίζω — to win; to earn.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κερδίζω κερδίζομαι
εσύ — you κερδίζεις κερδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κερδίζει κερδίζεται
εμείς — we κερδίζουμε, κερδίζομε κερδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κερδίζετε κερδίζεστε, κερδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κερδίζουν(ε) κερδίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κέρδιζα κερδιζόμουν(α)
εσύ — you κέρδιζες κερδιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κέρδιζε κερδιζόταν(ε)
εμείς — we κερδίζαμε κερδιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κερδίζατε κερδιζόσαστε, κερδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κέρδιζαν, κερδίζαν(ε) κερδίζονταν, κερδιζόντανε, κερδιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κέρδισα κερδήθηκα
εσύ — you κέρδισες κερδήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κέρδισε κερδήθηκε
εμείς — we κερδίσαμε κερδηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κερδίσατε κερδηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κέρδισαν, κερδίσαν(ε) κερδήθηκαν, κερδηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κερδίσει έχω κερδηθεί
εσύ — you έχεις κερδίσει έχεις κερδηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κερδίσει έχει κερδηθεί
εμείς — we έχουμε κερδίσει έχουμε κερδηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κερδίσει έχετε κερδηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κερδίσει έχουν κερδηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κερδίσει είχα κερδηθεί
εσύ — you είχες κερδίσει είχες κερδηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κερδίσει είχε κερδηθεί
εμείς — we είχαμε κερδίσει είχαμε κερδηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κερδίσει είχατε κερδηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κερδίσει είχαν κερδηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κερδίζω θα κερδίζομαι
εσύ — you θα κερδίζεις θα κερδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κερδίζει θα κερδίζεται
εμείς — we θα κερδίζουμε, θα κερδίζομε θα κερδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κερδίζετε θα κερδίζεστε, θα κερδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κερδίζουν(ε) θα κερδίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κερδίσω θα κερδηθώ
εσύ — you θα κερδίσεις θα κερδηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κερδίσει θα κερδηθεί
εμείς — we θα κερδίσουμε, θα κερδίσομε θα κερδηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κερδίσετε θα κερδηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κερδίσουν(ε) θα κερδηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κερδίσει θα έχω κερδηθεί
εσύ — you θα έχεις κερδίσει θα έχεις κερδηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κερδίσει θα έχει κερδηθεί
εμείς — we θα έχουμε κερδίσει θα έχουμε κερδηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κερδίσει θα έχετε κερδηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κερδίσει θα έχουν κερδηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κερδίζω να κερδίζομαι
εσύ — you να κερδίζεις να κερδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κερδίζει να κερδίζεται
εμείς — we να κερδίζουμε, να κερδίζομε να κερδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κερδίζετε να κερδίζεστε, να κερδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κερδίζουν(ε) να κερδίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κερδίσω να κερδηθώ
εσύ — you να κερδίσεις να κερδηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κερδίσει να κερδηθεί
εμείς — we να κερδίσουμε, να κερδίσομε να κερδηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κερδίσετε να κερδηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κερδίσουν(ε) να κερδηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κερδίσει να έχω κερδηθεί
εσύ — you να έχεις κερδίσει να έχεις κερδηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κερδίσει να έχει κερδηθεί
εμείς — we να έχουμε κερδίσει να έχουμε κερδηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κερδίσει να έχετε κερδηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κερδίσει να έχουν κερδηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κέρδιζε κερδίζετε — —
Simple κέρδισε κερδίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κερδίζω can mean to win, earn, gain, or benefit. The passive perfective stem shown is κερδηθ-: κερδήθηκα, κερδηθώ, κερδηθεί. Κερδισμένος often means a winner or someone who benefits.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κερδίσαμε τον αγώνα.

We won the match.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κερδίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kerdizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kerdizo/