Everyday Greek · Core 100
κατεβαίνω: core forms & usage
to go down; to get off
The aorist is κατέβηκα. Both θα κατέβω and θα κατεβώ occur; the verb also describes getting off transport.
Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
I get off at the next stop.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | κατεβαίνω |
| you (singular) | κατεβαίνεις |
| he / she / it | κατεβαίνει |
| we | κατεβαίνουμε, κατεβαίνομε |
| you (plural or polite) | κατεβαίνετε |
| they | κατεβαίνουν, κατεβαίνουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | κατέβαινα |
| you (singular) | κατέβαινες |
| he / she / it | κατέβαινε |
| we | κατεβαίναμε |
| you (plural or polite) | κατεβαίνατε |
| they | κατέβαιναν, κατεβαίναν, κατεβαίνανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | κατέβηκα |
| you (singular) | κατέβηκες |
| he / she / it | κατέβηκε |
| we | κατεβήκαμε |
| you (plural or polite) | κατεβήκατε |
| they | κατέβηκαν, κατεβήκαν, κατεβήκανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα κατέβω, θα κατεβώ |
| you (singular) | θα κατέβεις, θα κατεβείς |
| he / she / it | θα κατέβει, θα κατεβεί |
| we | θα κατέβουμε, θα κατεβούμε |
| you (plural or polite) | θα κατέβετε, θα κατεβείτε |
| they | θα κατέβουν, θα κατέβουνε, θα κατεβούν, θα κατεβούνε |
See this verb in use
Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
I am getting off at the next stop.
Κατεβαίνω can mean go down or get off a vehicle. Κατεβάζω usually means bring something down and is also used for downloading files.
Compare the meanings: κατεβάζω (katebazo) — to bring down; to download · ανεβαίνω (anebaino) — to go up, climb, rise
κατεβαίνω — to go down; to get off.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | κατεβαίνω |
| εσύ — you | κατεβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κατεβαίνει |
| εμείς — we | κατεβαίνουμε, κατεβαίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | κατεβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κατεβαίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | κατέβαινα |
| εσύ — you | κατέβαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κατέβαινε |
| εμείς — we | κατεβαίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | κατεβαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κατέβαιναν, κατεβαίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | κατέβηκα |
| εσύ — you | κατέβηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | κατέβηκε |
| εμείς — we | κατεβήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | κατεβήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | κατέβηκαν, κατεβήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω κατέβει |
| εσύ — you | έχεις κατέβει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει κατέβει |
| εμείς — we | έχουμε κατέβει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε κατέβει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν κατέβει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα κατέβει |
| εσύ — you | είχες κατέβει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε κατέβει |
| εμείς — we | είχαμε κατέβει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε κατέβει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν κατέβει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα κατεβαίνω |
| εσύ — you | θα κατεβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα κατεβαίνει |
| εμείς — we | θα κατεβαίνουμε, θα κατεβαίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα κατεβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα κατεβαίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα κατέβω, θα κατεβώ |
| εσύ — you | θα κατέβεις, θα κατεβείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα κατέβει, θα κατεβεί |
| εμείς — we | θα κατέβουμε, θα κατεβούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα κατέβετε, θα κατεβείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα κατέβουν(ε), θα κατεβούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω κατέβει |
| εσύ — you | θα έχεις κατέβει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει κατέβει |
| εμείς — we | θα έχουμε κατέβει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε κατέβει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν κατέβει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να κατεβαίνω |
| εσύ — you | να κατεβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να κατεβαίνει |
| εμείς — we | να κατεβαίνουμε, να κατεβαίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να κατεβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να κατεβαίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να κατέβω, να κατεβώ |
| εσύ — you | να κατέβεις, να κατεβείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να κατέβει, να κατεβεί |
| εμείς — we | να κατέβουμε, να κατεβούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να κατέβετε, να κατεβείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να κατέβουν(ε), να κατεβούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω κατέβει |
| εσύ — you | να έχεις κατέβει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει κατέβει |
| εμείς — we | να έχουμε κατέβει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε κατέβει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν κατέβει |
Imperative · Προστακτική
κατέβαινε / κατεβαίνετε
Simple: κατέβα (εσύ); κατεβείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Κατεβαίνω describes going down or getting off a vehicle. Κατεβάζω means to bring or take something down. Both κατέβω / κατεβώ and κατέβει / κατεβεί are accepted accent patterns in the perfective series.
Κατέβηκα από το λεωφορείο.
I got off the bus.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατεβαίνω.
https://moderngreekverbs.com/katebaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →