φονεύω (foneuo) — to kill

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φονεύω — to kill.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φονεύω φονεύομαι
εσύ — you φονεύεις φονεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φονεύει φονεύεται
εμείς — we φονεύουμε, φονεύομε φονευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φονεύετε φονεύεστε, φονευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φονεύουν(ε) φονεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φόνευα φονευόμουν(α)
εσύ — you φόνευες φονευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φόνευε φονευόταν(ε)
εμείς — we φονεύαμε φονευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φονεύατε φονευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φόνευαν, φονεύαν(ε) φονεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φόνευσα φονεύτηκα, φονεύθηκα
εσύ — you φόνευσες φονεύτηκες, φονεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φόνευσε φονεύτηκε, φονεύθηκε
εμείς — we φονεύσαμε φονευτήκαμε, φονευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φονεύσατε φονευτήκατε, φονευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φόνευσαν, φονεύσαν(ε) φονεύτηκαν, φονευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φονεύσει έχω φονευτεί
εσύ — you έχεις φονεύσει έχεις φονευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φονεύσει έχει φονευτεί
εμείς — we έχουμε φονεύσει έχουμε φονευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φονεύσει έχετε φονευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φονεύσει έχουν φονευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φονεύσει είχα φονευτεί
εσύ — you είχες φονεύσει είχες φονευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φονεύσει είχε φονευτεί
εμείς — we είχαμε φονεύσει είχαμε φονευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φονεύσει είχατε φονευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φονεύσει είχαν φονευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φονεύω θα φονεύομαι
εσύ — you θα φονεύεις θα φονεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φονεύει θα φονεύεται
εμείς — we θα φονεύουμε, θα φονεύομε θα φονευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φονεύετε θα φονεύεστε, θα φονευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φονεύουν(ε) θα φονεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φονεύσω θα φονευτώ, θα φονευθώ
εσύ — you θα φονεύσεις θα φονευτείς, θα φονευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φονεύσει θα φονευτεί, θα φονευθεί
εμείς — we θα φονεύσουμε, θα φονεύσομε θα φονευτούμε, θα φονευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φονεύσετε θα φονευτείτε, θα φονευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φονεύσουν(ε) θα φονευτούν(ε), θα φονευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φονεύσει θα έχω φονευτεί
εσύ — you θα έχεις φονεύσει θα έχεις φονευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φονεύσει θα έχει φονευτεί
εμείς — we θα έχουμε φονεύσει θα έχουμε φονευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φονεύσει θα έχετε φονευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φονεύσει θα έχουν φονευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φονεύω να φονεύομαι
εσύ — you να φονεύεις να φονεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φονεύει να φονεύεται
εμείς — we να φονεύουμε, να φονεύομε να φονευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φονεύετε να φονεύεστε, να φονευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φονεύουν(ε) να φονεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φονεύσω να φονευτώ, να φονευθώ
εσύ — you να φονεύσεις να φονευτείς, να φονευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φονεύσει να φονευτεί, να φονευθεί
εμείς — we να φονεύσουμε, να φονεύσομε να φονευτούμε, να φονευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φονεύσετε να φονευτείτε, να φονευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φονεύσουν(ε) να φονευτούν(ε), να φονευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φονεύσει να έχω φονευτεί
εσύ — you να έχεις φονεύσει να έχεις φονευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φονεύσει να έχει φονευτεί
εμείς — we να έχουμε φονεύσει να έχουμε φονευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φονεύσει να έχετε φονευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φονεύσει να έχουν φονευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φόνευε φονεύετε — —
Simple φόνευσε φονεύστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φονεύω means to kill in formal or legal language; σκοτώνω is the usual everyday verb. Passive perfective forms also occur with -θη-: φονεύθηκα, φονευθώ, φονευθεί.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το θύμα φονεύτηκε.

The victim was killed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φονεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/foneuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /foneuo/