Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δείχνω — to show, point out; seem

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

δείχνω: core forms & usage

to show

The perfective stem is δειξ-: έδειξα, θα δείξω. The plural is δείξαμε.

Δείχνω στον φίλο μου τον δρόμο.

I show my friend the way.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iδείχνω
you (singular)δείχνεις
he / she / itδείχνει
weδείχνουμε, δείχνομε
you (plural or polite)δείχνετε
theyδείχνουν, δείχνουνε

Imperfect

PersonForms
Iέδειχνα
you (singular)έδειχνες
he / she / itέδειχνε
weδείχναμε
you (plural or polite)δείχνατε
theyέδειχναν, δείχναν, δείχνανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iέδειξα
you (singular)έδειξες
he / she / itέδειξε
weδείξαμε
you (plural or polite)δείξατε
theyέδειξαν, δείξαν, δείξανε

Simple future

PersonForms
Iθα δείξω
you (singular)θα δείξεις
he / she / itθα δείξει
weθα δείξουμε, θα δείξομε
you (plural or polite)θα δείξετε
theyθα δείξουν, θα δείξουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δείχνω means “to show,” “to point out” or “to indicate.” With a predicative adjective it can also mean “to look / seem”: δείχνει κουρασμένος (he looks tired).

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δείχνω δείχνομαι
εσύ — you δείχνεις δείχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δείχνει δείχνεται
εμείς — we δείχνουμε, δείχνομε δειχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δείχνετε δείχνεστε, δειχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δείχνουν(ε) δείχνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έδειχνα δειχνόμουν(α)
εσύ — you έδειχνες δειχνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έδειχνε δειχνόταν(ε)
εμείς — we δείχναμε δειχνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δείχνατε δειχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έδειχναν, δείχναν(ε) δείχνονταν, δειχνόντανε, δειχνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έδειξα δείχτηκα
εσύ — you έδειξες δείχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έδειξε δείχτηκε
εμείς — we δείξαμε δειχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δείξατε δειχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έδειξαν, δείξαν(ε) δείχτηκαν, δειχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δείξει έχω δειχτεί
εσύ — you έχεις δείξει έχεις δειχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δείξει έχει δειχτεί
εμείς — we έχουμε δείξει έχουμε δειχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δείξει έχετε δειχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δείξει έχουν δειχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δείξει είχα δειχτεί
εσύ — you είχες δείξει είχες δειχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δείξει είχε δειχτεί
εμείς — we είχαμε δείξει είχαμε δειχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δείξει είχατε δειχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δείξει είχαν δειχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δείχνω θα δείχνομαι
εσύ — you θα δείχνεις θα δείχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δείχνει θα δείχνεται
εμείς — we θα δείχνουμε, θα δείχνομε θα δειχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δείχνετε θα δείχνεστε, θα δειχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δείχνουν(ε) θα δείχνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δείξω θα δειχτώ
εσύ — you θα δείξεις θα δειχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δείξει θα δειχτεί
εμείς — we θα δείξουμε, θα δείξομε θα δειχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δείξετε θα δειχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δείξουν(ε) θα δειχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δείξει θα έχω δειχτεί
εσύ — you θα έχεις δείξει θα έχεις δειχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δείξει θα έχει δειχτεί
εμείς — we θα έχουμε δείξει θα έχουμε δειχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δείξει θα έχετε δειχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δείξει θα έχουν δειχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δείχνω να δείχνομαι
εσύ — you να δείχνεις να δείχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δείχνει να δείχνεται
εμείς — we να δείχνουμε, να δείχνομε να δειχνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δείχνετε να δείχνεστε, να δειχνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δείχνουν(ε) να δείχνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δείξω να δειχτώ
εσύ — you να δείξεις να δειχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δείξει να δειχτεί
εμείς — we να δείξουμε, να δείξομε να δειχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να δείξετε να δειχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δείξουν(ε) να δειχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δείξει να έχω δειχτεί
εσύ — you να έχεις δείξει να έχεις δειχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δείξει να έχει δειχτεί
εμείς — we να έχουμε δείξει να έχουμε δειχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δείξει να έχετε δειχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δείξει να έχουν δειχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δείχνε δείχνετε — —
Simple δείξε δείξτε, δείχτε δείξου δειχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δείχνοντας. Result participle: δειγμένος, δειγμένη, δειγμένο, where the meaning permits. The participle is less common as a general description than the ordinary event perfect έχω δείξει / έχω δειχτεί.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δείξε μου τον δρόμο στον χάρτη.

Show me the route on the map.

Η Μαρία δείχνει κουρασμένη.

Maria looks tired.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δείχνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/deixno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /deixno/