Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απομένω — to remain; to be left
An active-voice intransitive verb, especially common in the third person: απομένει / απομένουν.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απομένω |
| εσύ — you | απομένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απομένει |
| εμείς — we | απομένουμε, απομένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | απομένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απομένουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απέμενα, απόμενα |
| εσύ — you | απέμενες, απόμενες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απέμενε, απόμενε |
| εμείς — we | απομέναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απομένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απέμεναν, απόμεναν, απομέναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απέμεινα, απόμεινα |
| εσύ — you | απέμεινες, απόμεινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απέμεινε, απόμεινε |
| εμείς — we | απομείναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απομείνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απέμειναν, απόμειναν, απομείναν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω απομείνει |
| εσύ — you | έχεις απομείνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απομείνει |
| εμείς — we | έχουμε απομείνει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απομείνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απομείνει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα απομείνει |
| εσύ — you | είχες απομείνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απομείνει |
| εμείς — we | είχαμε απομείνει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απομείνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απομείνει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα απομένω |
| εσύ — you | θα απομένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απομένει |
| εμείς — we | θα απομένουμε, θα απομένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απομένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απομένουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα απομείνω |
| εσύ — you | θα απομείνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απομείνει |
| εμείς — we | θα απομείνουμε, θα απομείνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απομείνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απομείνουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απομείνει |
| εσύ — you | θα έχεις απομείνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απομείνει |
| εμείς — we | θα έχουμε απομείνει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απομείνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απομείνει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να απομένω |
| εσύ — you | να απομένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απομένει |
| εμείς — we | να απομένουμε, να απομένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απομένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απομένουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να απομείνω |
| εσύ — you | να απομείνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απομείνει |
| εμείς — we | να απομείνουμε, να απομείνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απομείνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απομείνουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω απομείνει |
| εσύ — you | να έχεις απομείνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απομείνει |
| εμείς — we | να έχουμε απομείνει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απομείνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απομείνει |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | εσύ — singular | εσείς — plural / polite |
|---|---|---|
| Continuous | απόμενε | απομένετε |
| Simple | απόμεινε | απομείνετε |
These direct commands are uncommon. Μείνε / μείνετε is usually more natural when asking someone to stay. Απέμενε and απέμεινε are past indicative forms, not the recommended direct imperatives.
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past alternatives: απέμεινα / απόμεινα. Perfective dependent form: απομείνει.
- απομένοντας — remaining; έχοντας απομείνει — having remained.
- With a quantity or task as subject, the verb agrees with it: απομένει μία ώρα; απομένουν δύο ώρες.
- The perfect uses έχω: έχει απομείνει. No separate passive series is supplied.
Μας απομένουν δύο ημέρες.
We have two days left.
Έχει απομείνει λίγο ψωμί.
There is a little bread left.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απομένω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apomeno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apomeno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →