ανησυχώ (anisixo) — to worry, be concerned

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανησυχώ · to worry; to be concerned

Ανησυχώ για το παιδί. — I am worried about the child.

Construction: ανησυχώ για κάποιον/κάτι expresses concern about someone/something. The same active verb can mean to cause concern: Η καθυστέρηση με ανησύχησε — The delay worried me.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανησυχώ
εσύ · youανησυχείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανησυχεί
εμείς · weανησυχούμε
εσείς · youανησυχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανησυχούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανησυχούσα
εσύ · youανησυχούσες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανησυχούσε
εμείς · weανησυχούσαμε
εσείς · youανησυχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανησυχούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανησύχησα
εσύ · youανησύχησες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανησύχησε
εμείς · weανησυχήσαμε
εσείς · youανησυχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανησύχησαν, ανησυχήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω ανησυχήσει
εσύ · youέχεις ανησυχήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανησυχήσει
εμείς · weέχουμε ανησυχήσει
εσείς · youέχετε ανησυχήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανησυχήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα ανησυχήσει
εσύ · youείχες ανησυχήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανησυχήσει
εμείς · weείχαμε ανησυχήσει
εσείς · youείχατε ανησυχήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανησυχήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ανησυχώ
εσύ · youθα ανησυχείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανησυχεί
εμείς · weθα ανησυχούμε
εσείς · youθα ανησυχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανησυχούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ανησυχήσω
εσύ · youθα ανησυχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανησυχήσει
εμείς · weθα ανησυχήσουμε
εσείς · youθα ανησυχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανησυχήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω ανησυχήσει
εσύ · youθα έχεις ανησυχήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανησυχήσει
εμείς · weθα έχουμε ανησυχήσει
εσείς · youθα έχετε ανησυχήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανησυχήσει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ανησυχώ
εσύ · youνα ανησυχείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανησυχεί
εμείς · weνα ανησυχούμε
εσείς · youνα ανησυχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανησυχούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ανησυχήσω
εσύ · youνα ανησυχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανησυχήσει
εμείς · weνα ανησυχήσουμε, να ανησυχήσομε
εσείς · youνα ανησυχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανησυχήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω ανησυχήσει
εσύ · youνα έχεις ανησυχήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανησυχήσει
εμείς · weνα έχουμε ανησυχήσει
εσείς · youνα έχετε ανησυχήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανησυχήσει

Imperative · Προστακτική

Simple: ανησύχησε / ανησυχήστε; positive commands are uncommon.

Μην ανησυχείς. — Do not worry. Μην ανησυχείτε. — Do not worry (plural/polite).

Ανησυχήσετε follows να/θα; it is not the affirmative plural imperative.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανησυχώντας.

Perfect participial construction: έχοντας ανησυχήσει.

Invariant compound-tense form: ανησυχήσει; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anisixo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anisixo/