Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αλέθω · to grind; to mill
Passive: αλέθομαι.
Αλέθουμε τον καφέ. — We grind the coffee.
Perfect versus result: έχω αλέσει / έχω αλεστεί are the compound perfect forms. Ο καφές είναι αλεσμένος describes the coffee as ground. Έχω τον καφέ αλεσμένο needs the object and expresses a resulting state; it is not simply an interchangeable tense form.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αλέθω | αλέθομαι |
| εσύ · you | αλέθεις | αλέθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αλέθει | αλέθεται |
| εμείς · we | αλέθουμε, αλέθομε | αλεθόμαστε |
| εσείς · you | αλέθετε | αλέθεστε, αλεθόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αλέθουν(ε) | αλέθονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | άλεθα | αλεθόμουν(α) |
| εσύ · you | άλεθες | αλεθόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άλεθε | αλεθόταν(ε) |
| εμείς · we | αλέθαμε | αλεθόμαστε, αλεθόμασταν |
| εσείς · you | αλέθατε | αλεθόσαστε, αλεθόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άλεθαν, αλέθαν(ε) | αλέθονταν, αλεθόντανε, αλεθόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | άλεσα | αλέστηκα |
| εσύ · you | άλεσες | αλέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άλεσε | αλέστηκε |
| εμείς · we | αλέσαμε | αλεστήκαμε |
| εσείς · you | αλέσατε | αλεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άλεσαν, αλέσαν(ε) | αλέστηκαν, αλεστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αλέσει | έχω αλεστεί |
| εσύ · you | έχεις αλέσει | έχεις αλεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αλέσει | έχει αλεστεί |
| εμείς · we | έχουμε αλέσει | έχουμε αλεστεί |
| εσείς · you | έχετε αλέσει | έχετε αλεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αλέσει | έχουν αλεστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αλέσει | είχα αλεστεί |
| εσύ · you | είχες αλέσει | είχες αλεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αλέσει | είχε αλεστεί |
| εμείς · we | είχαμε αλέσει | είχαμε αλεστεί |
| εσείς · you | είχατε αλέσει | είχατε αλεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αλέσει | είχαν αλεστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αλέθω | θα αλέθομαι |
| εσύ · you | θα αλέθεις | θα αλέθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αλέθει | θα αλέθεται |
| εμείς · we | θα αλέθουμε, θα αλέθομε | θα αλεθόμαστε |
| εσείς · you | θα αλέθετε | θα αλέθεστε, θα αλεθόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αλέθουν(ε) | θα αλέθονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αλέσω | θα αλεστώ |
| εσύ · you | θα αλέσεις | θα αλεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αλέσει | θα αλεστεί |
| εμείς · we | θα αλέσουμε, θα αλέσομε | θα αλεστούμε |
| εσείς · you | θα αλέσετε | θα αλεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αλέσουν(ε) | θα αλεστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αλέσει | θα έχω αλεστεί |
| εσύ · you | θα έχεις αλέσει | θα έχεις αλεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αλέσει | θα έχει αλεστεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αλέσει | θα έχουμε αλεστεί |
| εσείς · you | θα έχετε αλέσει | θα έχετε αλεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αλέσει | θα έχουν αλεστεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αλέθω | να αλέθομαι |
| εσύ · you | να αλέθεις | να αλέθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αλέθει | να αλέθεται |
| εμείς · we | να αλέθουμε, να αλέθομε | να αλεθόμαστε |
| εσείς · you | να αλέθετε | να αλέθεστε, να αλεθόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αλέθουν(ε) | να αλέθονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αλέσω | να αλεστώ |
| εσύ · you | να αλέσεις | να αλεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αλέσει | να αλεστεί |
| εμείς · we | να αλέσουμε, να αλέσομε | να αλεστούμε |
| εσείς · you | να αλέσετε | να αλεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αλέσουν(ε) | να αλεστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αλέσει | να έχω αλεστεί |
| εσύ · you | να έχεις αλέσει | να έχεις αλεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αλέσει | να έχει αλεστεί |
| εμείς · we | να έχουμε αλέσει | να έχουμε αλεστεί |
| εσείς · you | να έχετε αλέσει | να έχετε αλεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αλέσει | να έχουν αλεστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: άλεθε / αλέθετε.
Simple active: άλεσε / αλέστε.
Simple passive: αλέσου / αλεστείτε; unusual as personal commands, so interpret in context.
Άλεσε τον καφέ λίγο πιο ψιλό. — Grind the coffee a little finer.
Accent: Use άλεθε / άλεσε for the singular active commands. The old spellings with the accent on the second syllable are not the learner models used here.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αλέθοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αλέσει / έχοντας αλεστεί.
Passive participle: αλεσμένος, αλεσμένη, αλεσμένο; plural αλεσμένοι, αλεσμένες, αλεσμένα.
Invariant compound-tense forms: αλέσει / αλεστεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/aletho/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.