Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
αγοράζω: core forms & usage
to buy
The perfective stem has σ instead of ζ: αγόρασα, θα αγοράσω. Stress shifts in αγοράσαμε.
Αγοράζω ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς.
I buy bread from the neighbourhood bakery.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αγοράζω |
| you (singular) | αγοράζεις |
| he / she / it | αγοράζει |
| we | αγοράζουμε, αγοράζομε |
| you (plural or polite) | αγοράζετε |
| they | αγοράζουν, αγοράζουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αγόραζα |
| you (singular) | αγόραζες |
| he / she / it | αγόραζε |
| we | αγοράζαμε |
| you (plural or polite) | αγοράζατε |
| they | αγόραζαν, αγοράζαν, αγοράζανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | αγόρασα |
| you (singular) | αγόρασες |
| he / she / it | αγόρασε |
| we | αγοράσαμε |
| you (plural or polite) | αγοράσατε |
| they | αγόρασαν, αγοράσαν, αγοράσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα αγοράσω |
| you (singular) | θα αγοράσεις |
| he / she / it | θα αγοράσει |
| we | θα αγοράσουμε, θα αγοράσομε |
| you (plural or polite) | θα αγοράσετε |
| they | θα αγοράσουν, θα αγοράσουνε |
See this verb in use
Αγοράσαμε ψωμί από τον φούρνο.
We bought bread from the bakery.
Αγοράζω means buy. The simple past αγόρασα views the purchase as a whole; αγόραζα describes buying repeatedly or as an activity in progress.
Compare the meanings: πουλάω (poulao) — to sell
αγοράζω (agorazo) means to buy. Compare active and passive forms by person and tense.
On a small screen, swipe each table sideways to see both voices. Forms in parentheses are optional endings.
Present · Ενεστώτας
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αγοράζω | αγοράζομαι |
| εσύ · you | αγοράζεις | αγοράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγοράζει | αγοράζεται |
| εμείς · we | αγοράζουμε, αγοράζομε | αγοραζόμαστε |
| εσείς · you (plural) | αγοράζετε | αγοράζεστε, αγοραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγοράζουν(ε) | αγοράζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αγόραζα | αγοραζόμουν(α) |
| εσύ · you | αγόραζες | αγοραζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγόραζε | αγοραζόταν(ε) |
| εμείς · we | αγοράζαμε | αγοραζόμαστε, αγοραζόμασταν |
| εσείς · you (plural) | αγοράζατε | αγοραζόσαστε, αγοραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγόραζαν, αγοράζαν(ε) | αγοράζονταν, αγοραζόντανε, αγοραζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αγόρασα | αγοράστηκα |
| εσύ · you | αγόρασες | αγοράστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγόρασε | αγοράστηκε |
| εμείς · we | αγοράσαμε | αγοραστήκαμε |
| εσείς · you (plural) | αγοράσατε | αγοραστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγόρασαν, αγοράσαν(ε) | αγοράστηκαν, αγοραστήκαν(ε) |
Perfect versus state: έχω αγοράσει / έχω αγοραστεί are the compound perfect forms. Το εισιτήριο είναι αγορασμένο describes the ticket as already bought. Έχω το εισιτήριο αγορασμένο requires an object and expresses a resulting state; it is not simply another conjugation of the perfect.
Present perfect · Παρακείμενος
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αγοράσει | έχω αγοραστεί |
| εσύ · you | έχεις αγοράσει | έχεις αγοραστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αγοράσει | έχει αγοραστεί |
| εμείς · we | έχουμε αγοράσει | έχουμε αγοραστεί |
| εσείς · you (plural) | έχετε αγοράσει | έχετε αγοραστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αγοράσει | έχουν αγοραστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αγοράσει | είχα αγοραστεί |
| εσύ · you | είχες αγοράσει | είχες αγοραστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αγοράσει | είχε αγοραστεί |
| εμείς · we | είχαμε αγοράσει | είχαμε αγοραστεί |
| εσείς · you (plural) | είχατε αγοράσει | είχατε αγοραστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αγοράσει | είχαν αγοραστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αγοράζω | θα αγοράζομαι |
| εσύ · you | θα αγοράζεις | θα αγοράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγοράζει | θα αγοράζεται |
| εμείς · we | θα αγοράζουμε, θα αγοράζομε | θα αγοραζόμαστε |
| εσείς · you (plural) | θα αγοράζετε | θα αγοράζεστε, θα αγοραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγοράζουν(ε) | θα αγοράζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αγοράσω | θα αγοραστώ |
| εσύ · you | θα αγοράσεις | θα αγοραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγοράσει | θα αγοραστεί |
| εμείς · we | θα αγοράσουμε, θα αγοράσομε | θα αγοραστούμε |
| εσείς · you (plural) | θα αγοράσετε | θα αγοραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγοράσουν(ε) | θα αγοραστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αγοράσει | θα έχω αγοραστεί |
| εσύ · you | θα έχεις αγοράσει | θα έχεις αγοραστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αγοράσει | θα έχει αγοραστεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αγοράσει | θα έχουμε αγοραστεί |
| εσείς · you (plural) | θα έχετε αγοράσει | θα έχετε αγοραστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αγοράσει | θα έχουν αγοραστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αγοράζω | να αγοράζομαι |
| εσύ · you | να αγοράζεις | να αγοράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγοράζει | να αγοράζεται |
| εμείς · we | να αγοράζουμε, να αγοράζομε | να αγοραζόμαστε |
| εσείς · you (plural) | να αγοράζετε | να αγοράζεστε, να αγοραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγοράζουν(ε) | να αγοράζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αγοράσω | να αγοραστώ |
| εσύ · you | να αγοράσεις | να αγοραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγοράσει | να αγοραστεί |
| εμείς · we | να αγοράσουμε, να αγοράσομε | να αγοραστούμε |
| εσείς · you (plural) | να αγοράσετε | να αγοραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγοράσουν(ε) | να αγοραστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αγοράσει | να έχω αγοραστεί |
| εσύ · you | να έχεις αγοράσει | να έχεις αγοραστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αγοράσει | να έχει αγοραστεί |
| εμείς · we | να έχουμε αγοράσει | να έχουμε αγοραστεί |
| εσείς · you (plural) | να έχετε αγοράσει | να έχετε αγοραστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αγοράσει | να έχουν αγοραστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person | Active | Passive |
|---|---|---|
| εσύ · you | αγόραζε | — |
| εσείς · you (plural) | αγοράζετε | αγοράζεστε |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person | Active | Passive |
|---|---|---|
| εσύ · you | αγόρασε | αγοράσου |
| εσείς · you (plural) | αγοράστε | αγοραστείτε |
Passive commands: αγοράσου / αγοραστείτε are grammatically possible but unusual as everyday instructions. For an ordinary request to buy something, use αγόρασε / αγοράστε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αγοράζοντας · αγοραζόμενος
Perfect participle / participial forms: έχοντας αγοράσει / έχοντας αγοραστεί · αγορασμένος, -η, -ο · αγορασμένοι, -ες, -α
Dependent perfective forms (used with έχω): αγοράσει · αγοραστεί
https://moderngreekverbs.com/agorazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.