ΣΕΡΝΩ
I pull
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
σέρνω, σύρω σέρνουμε, σέρνομε σέρνομαι σερνόμαστε
σέρνεις σέρνετε σέρνεσαι σέρνεστε, σερνόσαστε
σέρνει σέρνουν(ε) σέρνεται σέρνονται
Imper
fect
έσερνα σέρναμε σερνόμουν(α) σερνόμαστε, σερνόμασταν
έσερνες σέρνατε σερνόσουν(α) σερνόσαστε, σερνόσασταν
έσερνε έσερναν, σέρναν(ε) σερνόταν(ε) σέρνονταν, σερνόντανε, σερνόντουσαν
Aorist έσυρα σύραμε σύρθηκα συρθήκαμε
έσυρες σύρατε σύρθηκες συρθήκατε
έσυρε έσυραν, σύραν(ε) σύρθηκε σύρθηκαν, συρθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σύρει έχουμε σύρει έχω συρθεί έχουμε συρθεί
έχεις σύρει έχετε σύρει έχεις συρθεί έχετε συρθεί
έχει σύρει έχουν σύρει έχει συρθεί έχουν συρθεί
Plu
per
fect
είχα σύρει είχαμε σύρει είχα συρθεί είχαμε συρθεί
είχες σύρει είχατε σύρει είχες συρθεί είχατε συρθεί
είχε σύρει είχαν σύρει είχε συρθεί είχαν συρθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα σέρνω θα σέρνουμε, θα σέρνομε θα σέρνομαι θα σερνόμαστε
θα σέρνεις θα σέρνετε θα σέρνεσαι θα σέρνεστε, θα σερνόσαστε
θα σέρνει θα σέρνουν(ε) θα σέρνεται θα σέρνονται
Simp
Fut
θα σύρω θα σύρουμε, θα σύρομε θα συρθώ θα συρθούμε
θα σύρεις θα σύρετε θα συρθείς θα συρθείτε
θα σύρει θα σύρουν(ε) θα συρθεί θα συρθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω σύρει θα έχουμε σύρει θα έχω συρθεί θα έχουμε συρθεί
θα έχεις σύρει θα έχετε σύρει θα έχεις συρθεί θα έχετε συρθεί
θα έχει σύρει θα έχουν σύρει θα έχει συρθεί θα έχουν συρθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να σέρνω να σέρνουμε, να σέρνομε να σέρνομαι να σερνόμαστε
να σέρνεις να σέρνετε να σέρνεσαι να σέρνεστε, να σερνόσαστε
να σέρνει να σέρνουν(ε) να σέρνεται να σέρνονται
Aorist να σύρω να σύρουμε, να σύρομε να συρθώ να συρθούμε
να σύρεις να σύρετε να συρθείς να συρθείτε
να σύρει να σύρουν(ε) να συρθεί να συρθούν(ε)
Perf να έχω σύρει να έχουμε σύρει να έχω συρθεί να έχουμε συρθεί
να έχεις σύρει να έχετε σύρει να έχεις συρθεί να έχετε συρθεί
να έχει σύρει να έχουν σύρει να έχει συρθεί να έχουν συρθεί
Imper
ative
Pres σέρνε σέρνετε σέρνεστε
Aorist σύρε σύρτε συρθείτε
Part
iciple
Pres σέρνοντας σερνόμενος, σερνάμενος
Perf έχοντας σύρει συρμένος, -η, -ο συρμένοι, -ες, -α
Infin Aorist σύρει συρθεί