ΣΒΗΝΩ
I extinguish
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
σβήνω σβήνουμε, σβήνομε σβήνομαι σβηνόμαστε
σβήνεις σβήνετε σβήνεσαι σβήνεστε, σβηνόσαστε
σβήνει σβήνουν(ε) σβήνεται σβήνονται
Imper
fect
έσβηνα σβήναμε σβηνόμουν(α) σβηνόμαστε, σβηνόμασταν
έσβηνες σβήνατε σβηνόσουν(α) σβηνόσαστε, σβηνόσασταν
έσβηνε έσβηναν, σβήναν(ε) σβηνόταν(ε) σβήνονταν, σβηνόντανε, σβηνόντουσαν
Aorist έσβησα σβήσαμε σβήστηκα σβηστήκαμε
έσβησες σβήσατε σβήστηκες σβηστήκατε
έσβησε έσβησαν, σβήσαν(ε) σβήστηκε σβήστηκαν, σβηστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σβήσει
έχω σβησμένο
έχουμε σβήσει
έχουμε σβησμένο
έχω σβηστεί
είμαι σβησμένος, -η
έχουμε σβηστεί
είμαστε σβησμένοι, -ες
έχεις σβήσει
έχεις σβησμένο
έχετε σβήσει
έχετε σβησμένο
έχεις σβηστεί
είσαι σβησμένος, -η
έχετε σβηστεί
είστε σβησμένοι, -ες
έχει σβήσει
έχει σβησμένο
έχουν σβήσει
έχουν σβησμένο
έχει σβηστεί
είναι σβησμένος, -η, -ο
έχουν σβηστεί
είναι σβησμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σβήσει
είχα σβησμένο
είχαμε σβήσει
είχαμε σβησμένο
είχα σβηστεί
ήμουν σβησμένος, -η
είχαμε σβηστεί
ήμαστε σβησμένοι, -ες
είχες σβήσει
είχες σβησμένο
είχατε σβήσει
είχατε σβησμένο
είχες σβηστεί
ήσουν σβησμένος, -η
είχατε σβηστεί
ήσαστε σβησμένοι, -ες
είχε σβήσει
είχε σβησμένο
είχαν σβήσει
είχαν σβησμένο
είχε σβηστεί
ήταν σβησμένος, -η, -ο
είχαν σβηστεί
ήταν σβησμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα σβήνω θα σβήνουμε, θα σβήνομε θα σβήνομαι θα σβηνόμαστε
θα σβήνεις θα σβήνετε θα σβήνεσαι θα σβήνεστε, θα σβηνόσαστε
θα σβήνει θα σβήνουν(ε) θα σβήνεται θα σβήνονται
Simp
Fut
θα σβήσω θα σβήσουμε, θα σβήσομε θα σβηστώ θα σβηστούμε
θα σβήσεις θα σβήσετε θα σβηστείς θα σβηστείτε
θα σβήσει θα σβήσουν θα σβηστεί θα σβηστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω σβήσει
θα έχω σβησμένο
θα έχουμε σβήσει
θα έχουμε σβησμένο
θα έχω σβηστεί
θα είμαι σβησμένος, -η
θα έχουμε σβηστεί
θα είμαστε σβησμένοι, -ες
θα έχεις σβήσει
θα έχεις σβησμένο
θα έχετε σβήσει
θα έχετε σβησμένο
θα έχεις σβηστεί
θα είσαι σβησμένος, -η
θα έχετε σβηστεί
θα είστε σβησμένοι, -ες
θα έχει σβήσει
θα έχει σβησμένο
θα έχουν σβήσει
θα έχουν σβησμένο
θα έχει σβηστεί
θα είναι σβησμένος, -η, -ο
θα έχουν σβηστεί
θα είναι σβησμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να σβήνω να σβήνουμε να σβήνομαι να σβηνόμαστε
να σβήνεις να σβήνετε να σβήνεσαι να σβήνεστε, να σβηνόσαστε
να σβήνει να σβήνουν να σβήνεται να σβήνονται
Aorist να σβήσω να σβήσουμε να σβηστώ να σβηστούμε
να σβήσεις να σβήσετε να σβηστείς να σβηστείτε
να σβήσει να σβήσουν να σβηστεί να σβηστούν(ε)
Perf να έχω σβήσει
να έχω σβησμένο
να έχουμε σβήσει
να έχουμε σβησμένο
να έχω σβηστεί
να είμαι σβησμένος, -η
να έχουμε σβηστεί
να είμαστε σβησμένοι, -ες
να έχεις σβήσει
να έχεις σβησμένο
να έχετε σβήσει
να έχετε σβησμένο
να έχεις σβηστεί
να είσαι σβησμένος, -η
να έχετε σβηστεί
να είστε σβησμένοι, -ες
να έχει σβήσει
να έχει σβησμένο
να έχουν σβήσει
να έχουν σβησμένο
να έχει σβηστεί
να είναι σβησμένος, -η, -ο
να έχουν σβηστεί
να είναι σβησμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres σβήνε σβήνετε σβήνεστε
Aorist σβήσε σβήσετε, σβήστε σβήσου σβηστείτε
Part
iciple
Pres σβήνοντας
Perf έχοντας σβήσει
έχοντας σβησμένο
σβησμένος, -η, -ο σβησμένοι, -ες, -α
Infin Aorist σβήσει σβηστεί