Parakoloutho

/, Π/Parakoloutho

Parakoloutho

…ΚΟΛΟΥΘΩ
I follow
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
παρακολουθώ, παρακολουθάω παρακολουθούμε παρακολουθούμαι παρακολουθούμαστε
παρακολουθείς παρακολουθείτε παρακολουθείσαι παρακολουθείστε
παρακολουθεί παρακολουθούν(ε) παρακολουθείται παρακολουθούνται
Imper
fect
παρακολουθούσα παρακολουθούσαμε παρακολουθούμουν παρακολουθούμαστε
παρακολουθούσες παρακολουθούσατε
παρακολουθούσε παρακολουθούσαν(ε) παρακολουθούνταν, παρακολουθείτο παρακολουθούνταν, παρακολουθούντο
Aorist παρακολούθησα παρακολουθήσαμε παρακολουθήθηκα παρακολουθηθήκαμε
παρακολούθησες παρακολουθήσατε παρακολουθήθηκες παρακολουθηθήκατε
παρακολούθησε παρακολούθησαν, παρακολουθήσαν(ε) παρακολουθήθηκε παρακολουθήθηκαν, παρακολουθηθήκαν(ε)
Perf
ect
έχω παρακολουθήσει έχουμε παρακολουθήσει έχω παρακολουθηθεί έχουμε παρακολουθηθεί
έχεις παρακολουθήσει έχετε παρακολουθήσει έχεις παρακολουθηθεί έχετε παρακολουθηθεί
έχει παρακολουθήσει έχουν παρακολουθήσει έχει παρακολουθηθεί έχουν παρακολουθηθεί
Plu
perf
ect
είχα παρακολουθήσει είχαμε παρακολουθήσει είχα παρακολουθηθεί είχαμε παρακολουθηθεί
είχες παρακολουθήσει είχατε παρακολουθήσει είχες παρακολουθηθεί είχατε παρακολουθηθεί
είχε παρακολουθήσει είχαν παρακολουθήσει είχε παρακολουθηθεί είχαν παρακολουθηθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα παρακολουθώ θα παρακολουθούμε θα παρακολουθούμαι θα παρακολουθούμαστε
θα παρακολουθείς θα παρακολουθείτε θα παρακολουθείσαι θα παρακολουθείστε
θα παρακολουθεί θα παρακολουθούν(ε) θα παρακολουθείται θα παρακολουθούνται
Simp
Fut
θα παρακολουθήσω θα παρακολουθήσουμε θα παρακολουθηθώ θα παρακολουθηθούμε
θα παρακολουθήσεις θα παρακολουθήσετε θα παρακολουθηθείς θα παρακολουθηθείτε
θα παρακολουθήσει θα παρακολουθήσουν(ε) θα παρακολουθηθεί θα παρακολουθηθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω παρακολουθήσει θα έχουμε παρακολουθήσει θα έχω παρακολουθηθεί θα έχουμε παρακολουθηθεί
θα έχεις παρακολουθήσει θα έχετε παρακολουθήσει θα έχεις παρακολουθηθεί θα έχετε παρακολουθηθεί
θα έχει παρακολουθήσει θα έχουν παρακολουθήσει θα έχει παρακολουθηθεί θα έχουν παρακολουθηθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να παρακολουθώ να παρακολουθούμε να παρακολουθούμαι να παρακολουθούμαστε
να παρακολουθείς να παρακολουθείτε να παρακολουθείσαι να παρακολουθείστε
να παρακολουθεί να παρακολουθούν(ε) να παρακολουθείται να παρακολουθούνται
Aorist να παρακολουθήσω να παρακολουθήσουμε, να παρακολουθήσομε να παρακολουθηθώ να παρακολουθηθούμε
να παρακολουθήσεις να παρακολουθήσετε να παρακολουθηθείς να παρακολουθηθείτε
να παρακολουθήσει να παρακολουθήσουν(ε) να παρακολουθηθεί να παρακολουθηθούν(ε)
Perf να έχω παρακολουθήσει να έχουμε παρακολουθήσει να έχω παρακολουθηθεί να έχουμε παρακολουθηθεί
να έχεις παρακολουθήσει να έχετε παρακολουθήσει να έχεις παρακολουθηθεί να έχετε παρακολουθηθεί
να έχει παρακολουθήσει να έχουν παρακολουθήσει να έχει παρακολουθηθεί να έχουν παρακολουθηθεί
Imper
ative
Pres παρακολουθείτε παρακολουθείστε
Aorist παρακολούθησε παρακολουθήστε, παρακολουθήσετε παρακολουθήσου παρακολουθηθείτε
Part
iciple
Pres παρακολουθώντας
Perf έχοντας παρακολουθήσει
Infin Aorist παρακολουθήσει παρακολουθηθεί

 

2017-03-22T01:56:15+00:00