Maurizo

Maurizo

ΜΑΥΡΙΖΩ
I blacken
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
μαυρίζω μαυρίζουμε, μαυρίζομε
μαυρίζεις μαυρίζετε
μαυρίζει μαυρίζουν(ε)
Imper
fect
μαύριζα μαυρίζαμε
μαύριζες μαυρίζατε
μαύριζε μαύριζαν, μαυρίζαν(ε)
Aorist μαύρισα μαυρίσαμε
μαύρισες μαυρίσατε
μαύρισε μαύρισαν, μαυρίσαν(ε)
Per
fect
έχω μαυρίσει έχουμε μαυρίσει
έχεις μαυρίσει έχετε μαυρίσει
έχει μαυρίσει έχουν μαυρίσει
Plu
per
fect
είχα μαυρίσει είχαμε μαυρίσει
είχες μαυρίσει είχατε μαυρίσει
είχε μαυρίσει είχαν μαυρίσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα μαυρίζω θα μαυρίζουμε, θα μαυρίζομε
θα μαυρίζεις θα μαυρίζετε
θα μαυρίζει θα μαυρίζουν(ε)
Simp
Fut
θα μαυρίσω θα μαυρίσουμε, θα μαυρίζομε
θα μαυρίσεις θα μαυρίσετε
θα μαυρίσει θα μαυρίσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω μαυρίσει θα έχουμε μαυρίσει
θα έχεις μαυρίσει θα έχετε μαυρίσει
θα έχει μαυρίσει θα έχουν μαυρίσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να μαυρίζω να μαυρίζουμε, να μαυρίζομε
να μαυρίζεις να μαυρίζετε
να μαυρίζει να μαυρίζουν(ε)
Aorist να μαυρίσω να μαυρίσουμε, να μαυρίσομε
να μαυρίσεις να μαυρίσετε
να μαυρίσει να μαυρίσουν(ε)
Perf να έχω μαυρίσει να έχουμε μαυρίσει
να έχεις μαυρίσει να έχετε μαυρίσει
να έχει μαυρίσει να έχουν μαυρίσει
Imper
ative
Pres μαύριζε μαυρίζετε
Aorist μαύρισε μαυρίστε
Part
iciple
Pres μαυρίζοντας
Perf έχοντας μαυρίσει
Infin Aorist μαυρίσει

 

2017-03-22T01:55:57+00:00