ισοσκελίζω (isoskelizo) — to balance; to offset

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ισοσκελίζω — to balance; to offset.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ισοσκελίζω ισοσκελίζομαι
εσύ — you ισοσκελίζεις ισοσκελίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ισοσκελίζει ισοσκελίζεται
εμείς — we ισοσκελίζουμε, ισοσκελίζομε ισοσκελιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ισοσκελίζετε ισοσκελίζεστε, ισοσκελιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ισοσκελίζουν(ε) ισοσκελίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ισοσκέλιζα ισοσκελιζόμουν(α)
εσύ — you ισοσκέλιζες ισοσκελιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ισοσκέλιζε ισοσκελιζόταν(ε)
εμείς — we ισοσκελίζαμε ισοσκελιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ισοσκελίζατε ισοσκελιζόσαστε, ισοσκελιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ισοσκέλιζαν, ισοσκελίζαν(ε) ισοσκελίζονταν, ισοσκελιζόντανε, ισοσκελιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ισοσκέλισα ισοσκελίστηκα
εσύ — you ισοσκέλισες ισοσκελίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ισοσκέλισε ισοσκελίστηκε
εμείς — we ισοσκελίσαμε ισοσκελιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ισοσκελίσατε ισοσκελιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ισοσκέλισαν, ισοσκελίσαν(ε) ισοσκελίστηκαν, ισοσκελιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ισοσκελίσει έχω ισοσκελιστεί
εσύ — you έχεις ισοσκελίσει έχεις ισοσκελιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ισοσκελίσει έχει ισοσκελιστεί
εμείς — we έχουμε ισοσκελίσει έχουμε ισοσκελιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ισοσκελίσει έχετε ισοσκελιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ισοσκελίσει έχουν ισοσκελιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ισοσκελίσει είχα ισοσκελιστεί
εσύ — you είχες ισοσκελίσει είχες ισοσκελιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ισοσκελίσει είχε ισοσκελιστεί
εμείς — we είχαμε ισοσκελίσει είχαμε ισοσκελιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ισοσκελίσει είχατε ισοσκελιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ισοσκελίσει είχαν ισοσκελιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ισοσκελίζω θα ισοσκελίζομαι
εσύ — you θα ισοσκελίζεις θα ισοσκελίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ισοσκελίζει θα ισοσκελίζεται
εμείς — we θα ισοσκελίζουμε, θα ισοσκελίζομε θα ισοσκελιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ισοσκελίζετε θα ισοσκελίζεστε, θα ισοσκελιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ισοσκελίζουν(ε) θα ισοσκελίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ισοσκελίσω θα ισοσκελιστώ
εσύ — you θα ισοσκελίσεις θα ισοσκελιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ισοσκελίσει θα ισοσκελιστεί
εμείς — we θα ισοσκελίσουμε, θα ισοσκελίσομε θα ισοσκελιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ισοσκελίσετε θα ισοσκελιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ισοσκελίσουν(ε) θα ισοσκελιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ισοσκελίσει θα έχω ισοσκελιστεί
εσύ — you θα έχεις ισοσκελίσει θα έχεις ισοσκελιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ισοσκελίσει θα έχει ισοσκελιστεί
εμείς — we θα έχουμε ισοσκελίσει θα έχουμε ισοσκελιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ισοσκελίσει θα έχετε ισοσκελιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ισοσκελίσει θα έχουν ισοσκελιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ισοσκελίζω να ισοσκελίζομαι
εσύ — you να ισοσκελίζεις να ισοσκελίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ισοσκελίζει να ισοσκελίζεται
εμείς — we να ισοσκελίζουμε, να ισοσκελίζομε να ισοσκελιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ισοσκελίζετε να ισοσκελίζεστε, να ισοσκελιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ισοσκελίζουν(ε) να ισοσκελίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ισοσκελίσω να ισοσκελιστώ
εσύ — you να ισοσκελίσεις να ισοσκελιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ισοσκελίσει να ισοσκελιστεί
εμείς — we να ισοσκελίσουμε, να ισοσκελίσομε να ισοσκελιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ισοσκελίσετε να ισοσκελιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ισοσκελίσουν(ε) να ισοσκελιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ισοσκελίσει να έχω ισοσκελιστεί
εσύ — you να έχεις ισοσκελίσει να έχεις ισοσκελιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ισοσκελίσει να έχει ισοσκελιστεί
εμείς — we να έχουμε ισοσκελίσει να έχουμε ισοσκελιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ισοσκελίσει να έχετε ισοσκελιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ισοσκελίσει να έχουν ισοσκελιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ισοσκέλιζε ισοσκελίζετε — —
Simple ισοσκέλισε ισοσκελίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ισοσκελίζω commonly refers to balancing a budget or offsetting amounts, expenses, or losses.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τα έσοδα ισοσκέλισαν τα έξοδα.

The income balanced the expenses.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ισοσκελίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/isoskelizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /isoskelizo/