Areso

Areso

ΑΡΕΣΩ
I please
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αρέσω αρέσουμε, αρέσομε
αρέσεις αρέσετε
αρέσει αρέσουν(ε)
Imper
fect
άρεσα αρέσαμε
άρεσες αρέσατε
άρεσε άρεσαν, αρέσαν(ε)
Aorist άρεσα αρέσαμε
άρεσες αρέσατε
άρεσε άρεσαν, αρέσαν(ε)
Per
fect
έχω αρέσει έχουμε αρέσει
έχεις αρέσει έχετε αρέσει
έχει αρέσει έχουν αρέσει
Plu
per
fect
είχα αρέσει είχαμε αρέσει
είχες αρέσει είχατε αρέσει
είχε αρέσει είχαν αρέσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα αρέσω θα αρέσουμε, θα αρέσομε
θα αρέσεις θα αρέσετε
θα αρέσει θα αρέσουν(ε)
Simp
Fut
θα αρέσω θα αρέσουμε, θα αρέσομε
θα αρέσεις θα αρέσετε
θα αρέσει θα αρέσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αρέσει θα έχουμε αρέσει
θα έχεις αρέσει θα έχετε αρέσει
θα έχει αρέσει θα έχουν αρέσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αρέσω να αρέσουμε, να αρέσομε
να αρέσεις να αρέσετε
να αρέσει να αρέσουν(ε)
Aorist να αρέσω να αρέσουμε, να αρέσομε
να αρέσεις να αρέσετε
να αρέσει να αρέσουν(ε)
Perf να έχω αρέσει να έχουμε αρέσει
να έχεις αρέσει να έχετε αρέσει
να έχει αρέσει να έχουν αρέσει
Imper
ative
Pres άρεσε αρέσετε
Aorist άρεσε αρέσετε, αρέστε
Part
iciple
Pres
Perf έχοντας αρέσει
Infin Aorist αρέσει


2017-03-22T01:54:13+00:00