Agnoo | ΑΓΝΟΩ

/, Α/Agnoo | ΑΓΝΟΩ

Agnoo | ΑΓΝΟΩ

ΑΓΝΟΩ
I ignore
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αγνοώ αγνοούμε αγνοούμαι αγνοούμαστε
αγνοείς αγνοείτε αγνοείσαι αγνοείστε
αγνοεί αγνοούν(ε) αγνοείται αγνοούνται
Imper
fect
αγνοούσα αγνοούσαμε αγνοούμουν αγνοούμαστε
αγνοούσες αγνοούσατε
αγνοούσε αγνοούσαν(ε) αγνοούνταν, αγνοείτο αγνοούνταν, αγνοούντο
Aorist αγνόησα αγνοήσαμε αγνοήθηκα αγνοηθήκαμε
αγνόησες αγνοήσατε αγνοήθηκες αγνοηθήκατε
αγνόησε αγνόησαν, αγνοήσαν(ε) αγνοήθηκε αγνοήθηκαν, αγνοηθήκαν(ε)
Perf
ect
έχω αγνοήσει
έχω αγνοημένο
έχουμε αγνοήσει
έχουμε αγνοημένο
έχω αγνοηθεί
είμαι αγνοημένος, -η
έχουμε αγνοηθεί
είμαστε αγνοημένοι, -ες
έχεις αγνοήσει
έχεις αγνοημένο
έχετε αγνοήσει
έχετε αγνοημένο
έχεις αγνοηθεί
είσαι αγνοημένος, -η
έχετε αγνοηθεί
είστε αγνοημένοι, -ες
έχει αγνοήσει
έχει αγνοημένο
έχουν αγνοήσει
έχουν αγνοημένο
έχει αγνοηθεί
είναι αγνοημένος, -η, -ο
έχουν αγνοηθεί
είναι αγνοημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ect
είχα αγνοήσει
είχα αγνοημένο
είχαμε αγνοήσει
είχαμε αγνοημένο
είχα αγνοηθεί
ήμουν αγνοημένος, -η
είχαμε αγνοηθεί
ήμαστε αγνοημένοι, -ες
είχες αγνοήσει
είχες αγνοημένο
είχατε αγνοήσει
είχατε αγνοημένο
είχες αγνοηθεί
ήσουν αγνοημένος, -η
είχατε αγνοηθεί
ήσαστε αγνοημένοι, -ες
είχε αγνοήσει
είχε αγνοημένο
είχαν αγνοήσει
είχαν αγνοημένο
είχε αγνοηθεί
ήταν αγνοημένος, -η, -ο
είχαν αγνοηθεί
ήταν αγνοημένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα αγνοώ θα αγνοούμε θα αγνοούμαι θα αγνοούμαστε
θα αγνοείς θα αγνοείτε θα αγνοείσαι θα αγνοείστε
θα αγνοεί θα αγνοούν(ε) θα αγνοείται θα αγνοούνται
Simp
Fut
θα αγνοήσω θα αγνοήσουμε θα αγνοηθώ θα αγνοηθούμε
θα αγνοήσεις θα αγνοήσετε θα αγνοηθείς θα αγνοηθείτε
θα αγνοήσει θα αγνοήσουν(ε) θα αγνοηθεί θα αγνοηθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αγνοήσει
θα έχω αγνοημένο
θα έχουμε αγνοήσει
θα έχουμε αγνοημένο
θα έχω αγνοηθεί
θα είμαι αγνοημένος, -η
θα έχουμε αγνοηθεί
θα είμαστε αγνοημένοι, -ες
θα έχεις αγνοήσει
θα έχεις αγνοημένο
θα έχετε αγνοήσει
θα έχετε αγνοημένο
θα έχεις αγνοηθεί
θα είσαι αγνοημένος, -η
θα έχετε αγνοηθεί
θα είστε αγνοημένοι, -η
θα έχει αγνοήσει
θα έχει αγνοημένο
θα έχουν αγνοήσει
θα έχουν αγνοημένο
θα έχει αγνοηθεί
θα είναι αγνοημένος, -η, -ο
θα έχουν αγνοηθεί
θα είναι αγνοημένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αγνοώ να αγνοούμε να αγνοούμαι να αγνοούμαστε
να αγνοείς να αγνοείτε να αγνοείσαι να αγνοείστε
να αγνοεί να αγνοούν(ε) να αγνοείται να αγνοούνται
Aorist να αγνοήσω να αγνοήσουμε, να αγνοήσομε να αγνοηθώ να αγνοηθούμε
να αγνοήσεις να αγνοήσετε να αγνοηθείς να αγνοηθείτε
να αγνοήσει να αγνοήσουν(ε) να αγνοηθεί να αγνοηθούν(ε)
Perf να έχω αγνοήσει
να έχω αγνοημένο
να έχουμε αγνοήσει
να έχουμε αγνοημένο
να έχω αγνοηθεί
να είμαι αγνοημένος, -η
να έχουμε αγνοηθεί
να είμαστε αγνοημένοι, -ες
να έχεις αγνοήσει
να έχεις αγνοημένο
να έχετε αγνοήσει
να έχετε αγνοημένο
να έχεις αγνοηθεί
να είσαι αγνοημένος, -η
να έχετε αγνοηθεί
να είστε αγνοημένοι, -ες
να έχει αγνοήσει
να έχει αγνοημένο
να έχουν αγνοήσει
να έχουν αγνοημένο
να έχει αγνοηθεί
να είναι αγνοημένος, -η, -ο
να έχουν αγνοηθεί
να είναι αγνοημένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres αγνοείτε αγνοείστε
Aorist αγνόησε αγνοήστε, αγνοήσετε αγνοήσου αγνοηθείτε
Part
iciple
Pres αγνοώντας
Perf έχοντας αγνοήσει, έχοντας αγνοημένο αγνοημένος, -η, -ο αγνοημένοι, -ες, -α
Infin Aorist αγνοήσει αγνοηθεί

 

2017-03-22T01:53:49+00:00