Trexo

Trexo

ΤΡΕΧΩ
I run
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
τρέχω τρέχουμε, τρέχομε
τρέχεις τρέχετε
τρέχει τρέχουν(ε)
Imper
fect
έτρεχα τρέχαμε
έτρεχες τρέχατε
έτρεχε έτρεχαν, τρέχαν(ε)
Aorist έτρεξα τρέξαμε
έτρεξες τρέξατε
έτρεξε έτρεξαν, τρέξαν(ε)
Per
fect
έχω τρέξει έχουμε τρέξει
έχεις τρέξει έχετε τρέξει
έχει τρέξει έχουν τρέξει
Plu
per
fect
είχα τρέξει είχαμε τρέξει
είχες τρέξει είχατε τρέξει
είχε τρέξει είχαν τρέξει
Fut
ure
Cont
inuous
θα τρέχω θα τρέχουμε, θα τρέχομε
θα τρέχεις θα τρέχετε
θα τρέχει θα τρέχουν(ε)
Simp
Fut
θα τρέξω θα τρέξουμε, θα τρέξομε
θα τρέξεις θα τρέξετε
θα τρέξει θα τρέξουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω τρέξει θα έχουμε τρέξει
θα έχεις τρέξει θα έχετε τρέξει
θα έχει τρέξει θα έχουν τρέξει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να τρέχω να τρέχουμε, να τρέχομε
να τρέχεις να τρέχετε
να τρέχει να τρέχουν(ε)
Aorist να τρέξω να τρέξουμε, να τρέξομε
να τρέξεις να τρέξετε
να τρέξει να τρέξουν(ε)
Perf να έχω τρέξει να έχουμε τρέξει
να έχεις τρέξει να έχετε τρέξει
να έχει τρέξει να έχουν τρέξει
Imper
ative
Pres τρέχε τρέχετε
Aorist τρέξε τρέξετε, τρέξτε
Part
iciple
Pres τρέχοντας
Perf έχοντας τρέξει
Infin Aorist τρέξει


2017-03-22T01:57:18+00:00