Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
τρέχω: core forms & usage
to run
The perfective stem ends in ξ: έτρεξα, θα τρέξω. Compare the past plural τρέχαμε with τρέξαμε.
Τρέχω στο πάρκο κάθε Σάββατο.
I run in the park every Saturday.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | τρέχω |
| you (singular) | τρέχεις |
| he / she / it | τρέχει |
| we | τρέχουμε, τρέχομε |
| you (plural or polite) | τρέχετε |
| they | τρέχουν, τρέχουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έτρεχα |
| you (singular) | έτρεχες |
| he / she / it | έτρεχε |
| we | τρέχαμε |
| you (plural or polite) | τρέχατε |
| they | έτρεχαν, τρέχαν, τρέχανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έτρεξα |
| you (singular) | έτρεξες |
| he / she / it | έτρεξε |
| we | τρέξαμε |
| you (plural or polite) | τρέξατε |
| they | έτρεξαν, τρέξαν, τρέξανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα τρέξω |
| you (singular) | θα τρέξεις |
| he / she / it | θα τρέξει |
| we | θα τρέξουμε, θα τρέξομε |
| you (plural or polite) | θα τρέξετε |
| they | θα τρέξουν, θα τρέξουνε |
See this verb in use
Τρέχω στο πάρκο τα πρωινά.
I run in the park in the mornings.
The time expression τα πρωινά gives the present a habitual meaning here. Learn τρέχω alongside έτρεξα, I ran, and θα τρέξω, I will run.
Compare the meanings: περπατάω (perpatao) — to walk
τρέχω — to run.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | τρέχω |
| εσύ — you | τρέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τρέχει |
| εμείς — we | τρέχουμε, τρέχομε |
| εσείς — you (plural / polite) | τρέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τρέχουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έτρεχα |
| εσύ — you | έτρεχες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έτρεχε |
| εμείς — we | τρέχαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | τρέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έτρεχαν, τρέχαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έτρεξα |
| εσύ — you | έτρεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έτρεξε |
| εμείς — we | τρέξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | τρέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έτρεξαν, τρέξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω τρέξει |
| εσύ — you | έχεις τρέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει τρέξει |
| εμείς — we | έχουμε τρέξει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε τρέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν τρέξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα τρέξει |
| εσύ — you | είχες τρέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε τρέξει |
| εμείς — we | είχαμε τρέξει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε τρέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν τρέξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα τρέχω |
| εσύ — you | θα τρέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα τρέχει |
| εμείς — we | θα τρέχουμε, θα τρέχομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα τρέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα τρέχουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα τρέξω |
| εσύ — you | θα τρέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα τρέξει |
| εμείς — we | θα τρέξουμε, θα τρέξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα τρέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα τρέξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω τρέξει |
| εσύ — you | θα έχεις τρέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει τρέξει |
| εμείς — we | θα έχουμε τρέξει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε τρέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν τρέξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να τρέχω |
| εσύ — you | να τρέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να τρέχει |
| εμείς — we | να τρέχουμε, να τρέχομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να τρέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να τρέχουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να τρέξω |
| εσύ — you | να τρέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να τρέξει |
| εμείς — we | να τρέξουμε, να τρέξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να τρέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να τρέξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω τρέξει |
| εσύ — you | να έχεις τρέξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει τρέξει |
| εμείς — we | να έχουμε τρέξει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε τρέξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν τρέξει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: τρέχε (εσύ), τρέχετε (εσείς).
Simple: τρέξε (εσύ); τρέξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The active can describe running, liquid flowing or something proceeding. έτρεχα is continuous past; έτρεξα presents a completed run or event.
Τρέχω κάθε πρωί στο πάρκο.
I run in the park every morning.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τρέχω.
https://moderngreekverbs.com/trexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.