τελειώνω — to finish

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

τελειώνω: core forms & usage

to finish; to end

Τέλειωσα and τελείωσα are both recorded alternatives. Their plural forms meet in τελειώσαμε.

Τελειώνω τη δουλειά στις πέντε.

I finish work at five.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iτελειώνω
you (singular)τελειώνεις
he / she / itτελειώνει
weτελειώνουμε, τελειώνομε
you (plural or polite)τελειώνετε
theyτελειώνουν, τελειώνουνε

Imperfect

PersonForms
Iτέλειωνα, τελείωνα
you (singular)τέλειωνες, τελείωνες
he / she / itτέλειωνε, τελείωνε
weτελειώναμε
you (plural or polite)τελειώνατε
theyτέλειωναν, τελείωναν, τελειώναν, τελειώνανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iτέλειωσα, τελείωσα
you (singular)τέλειωσες, τελείωσες
he / she / itτέλειωσε, τελείωσε
weτελειώσαμε
you (plural or polite)τελειώσατε
theyτέλειωσαν, τελείωσαν, τελειώσαν, τελειώσανε

Simple future

PersonForms
Iθα τελειώσω
you (singular)θα τελειώσεις
he / she / itθα τελειώσει
weθα τελειώσουμε, θα τελειώσομε
you (plural or polite)θα τελειώσετε
theyθα τελειώσουν

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Τελείωσα τη δουλειά μου.

I finished my work.

Τελειώνω is the present form; τελείωσα is the simple past. An activity can also be the subject: το μάθημα τελειώνει means “the lesson ends”.

Compare the meanings: αρχίζω (arxizo) — to begin, start

τελειώνω — to finish; end.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I τελειώνω
εσύ — you τελειώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τελειώνει
εμείς — we τελειώνουμε, τελειώνομε
εσείς — you (plural / polite) τελειώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τελειώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I τέλειωνα, τελείωνα
εσύ — you τέλειωνες, τελείωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τέλειωνε, τελείωνε
εμείς — we τελειώναμε
εσείς — you (plural / polite) τελειώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τέλειωναν, τελείωναν, τελειώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I τέλειωσα, τελείωσα
εσύ — you τέλειωσες, τελείωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τέλειωσε, τελείωσε
εμείς — we τελειώσαμε
εσείς — you (plural / polite) τελειώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τέλειωσαν, τελείωσαν, τελειώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω τελειώσει
εσύ — you έχεις τελειώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τελειώσει
εμείς — we έχουμε τελειώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε τελειώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τελειώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα τελειώσει
εσύ — you είχες τελειώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τελειώσει
εμείς — we είχαμε τελειώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε τελειώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τελειώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα τελειώνω
εσύ — you θα τελειώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τελειώνει
εμείς — we θα τελειώνουμε, θα τελειώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα τελειώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τελειώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα τελειώσω
εσύ — you θα τελειώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τελειώσει
εμείς — we θα τελειώσουμε, θα τελειώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα τελειώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τελειώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω τελειώσει
εσύ — you θα έχεις τελειώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τελειώσει
εμείς — we θα έχουμε τελειώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τελειώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τελειώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να τελειώνω
εσύ — you να τελειώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τελειώνει
εμείς — we να τελειώνουμε, να τελειώνομε
εσείς — you (plural / polite) να τελειώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τελειώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να τελειώσω
εσύ — you να τελειώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τελειώσει
εμείς — we να τελειώσουμε, να τελειώσομε
εσείς — you (plural / polite) να τελειώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τελειώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω τελειώσει
εσύ — you να έχεις τελειώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τελειώσει
εμείς — we να έχουμε τελειώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τελειώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τελειώσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: τέλειωνε / τελείωνε (εσύ), τελειώνετε (εσείς).

Simple: τέλειωσε, τελείωσε (εσύ); τελειώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active can describe finishing something or something ending. Singular past variants τέλειωνα / τελείωνα and τέλειωσα / τελείωσα are used, but the plural stress is τελειώναμε / τελειώσαμε. τελειωμένος, -η, -ο describes a completed state and can have figurative meanings.

Η ταινία έχει τελειώσει.

The film has ended.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τελειώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/teleiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /teleiono/