Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πατάω — to step on; to press

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πατάω / πατώ means to step or tread on something, press a button, or set foot somewhere.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πατάω, πατώ πατιέμαι
εσύ — you πατάς πατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πατάει, πατά πατιέται
εμείς — we πατάμε, πατούμε πατιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πατάτε πατιέστε, πατιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πατάν(ε), πατούν(ε) πατιούνται, πατιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πατούσα, πάταγα πατιόμουν(α)
εσύ — you πατούσες, πάταγες πατιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πατούσε, πάταγε πατιόταν(ε)
εμείς — we πατούσαμε, πατάγαμε πατιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πατούσατε, πατάγατε πατιόσαστε, πατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πατούσαν(ε), πάταγαν, πατάγανε πατιόνταν(ε), πατιούνταν, πατιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πάτησα πατήθηκα
εσύ — you πάτησες πατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάτησε πατήθηκε
εμείς — we πατήσαμε πατηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πατήσατε πατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάτησαν, πατήσαν(ε) πατήθηκαν, πατηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πατήσει έχω πατηθεί
εσύ — you έχεις πατήσει έχεις πατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πατήσει έχει πατηθεί
εμείς — we έχουμε πατήσει έχουμε πατηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πατήσει έχετε πατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πατήσει έχουν πατηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πατήσει είχα πατηθεί
εσύ — you είχες πατήσει είχες πατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πατήσει είχε πατηθεί
εμείς — we είχαμε πατήσει είχαμε πατηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πατήσει είχατε πατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πατήσει είχαν πατηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πατάω, θα πατώ θα πατιέμαι
εσύ — you θα πατάς θα πατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πατάει, θα πατά θα πατιέται
εμείς — we θα πατάμε, θα πατούμε θα πατιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πατάτε θα πατιέστε, θα πατιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πατάν(ε), θα πατούν(ε) θα πατιούνται, θα πατιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πατήσω θα πατηθώ
εσύ — you θα πατήσεις θα πατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πατήσει θα πατηθεί
εμείς — we θα πατήσουμε, θα πατήσομε θα πατηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πατήσετε θα πατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πατήσουν(ε) θα πατηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πατήσει θα έχω πατηθεί
εσύ — you θα έχεις πατήσει θα έχεις πατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πατήσει θα έχει πατηθεί
εμείς — we θα έχουμε πατήσει θα έχουμε πατηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πατήσει θα έχετε πατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πατήσει θα έχουν πατηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πατάω, να πατώ να πατιέμαι
εσύ — you να πατάς να πατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πατάει, να πατά να πατιέται
εμείς — we να πατάμε, να πατούμε να πατιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πατάτε να πατιέστε, να πατιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πατάν(ε), να πατούν(ε) να πατιούνται, να πατιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πατήσω να πατηθώ
εσύ — you να πατήσεις να πατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πατήσει να πατηθεί
εμείς — we να πατήσουμε, να πατήσομε να πατηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πατήσετε να πατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πατήσουν(ε) να πατηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πατήσει να έχω πατηθεί
εσύ — you να έχεις πατήσει να έχεις πατηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πατήσει να έχει πατηθεί
εμείς — we να έχουμε πατήσει να έχουμε πατηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πατήσει να έχετε πατηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πατήσει να έχουν πατηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: πάτα / πατάτε.

Simple: πάτησε (εσύ); πατήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive means to be stepped on, pressed, or run over, depending on context.

Πάτησε το κουμπί.

Press the button.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πατάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/patao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /patao/