Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πατάω / πατώ means to step or tread on something, press a button, or set foot somewhere.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πατάω, πατώ | πατιέμαι |
| εσύ — you | πατάς | πατιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πατάει, πατά | πατιέται |
| εμείς — we | πατάμε, πατούμε | πατιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | πατάτε | πατιέστε, πατιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πατάν(ε), πατούν(ε) | πατιούνται, πατιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πατούσα, πάταγα | πατιόμουν(α) |
| εσύ — you | πατούσες, πάταγες | πατιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πατούσε, πάταγε | πατιόταν(ε) |
| εμείς — we | πατούσαμε, πατάγαμε | πατιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | πατούσατε, πατάγατε | πατιόσαστε, πατιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πατούσαν(ε), πάταγαν, πατάγανε | πατιόνταν(ε), πατιούνταν, πατιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πάτησα | πατήθηκα |
| εσύ — you | πάτησες | πατήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πάτησε | πατήθηκε |
| εμείς — we | πατήσαμε | πατηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πατήσατε | πατηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πάτησαν, πατήσαν(ε) | πατήθηκαν, πατηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω πατήσει | έχω πατηθεί |
| εσύ — you | έχεις πατήσει | έχεις πατηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πατήσει | έχει πατηθεί |
| εμείς — we | έχουμε πατήσει | έχουμε πατηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πατήσει | έχετε πατηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πατήσει | έχουν πατηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα πατήσει | είχα πατηθεί |
| εσύ — you | είχες πατήσει | είχες πατηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πατήσει | είχε πατηθεί |
| εμείς — we | είχαμε πατήσει | είχαμε πατηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πατήσει | είχατε πατηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πατήσει | είχαν πατηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πατάω, θα πατώ | θα πατιέμαι |
| εσύ — you | θα πατάς | θα πατιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πατάει, θα πατά | θα πατιέται |
| εμείς — we | θα πατάμε, θα πατούμε | θα πατιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πατάτε | θα πατιέστε, θα πατιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πατάν(ε), θα πατούν(ε) | θα πατιούνται, θα πατιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πατήσω | θα πατηθώ |
| εσύ — you | θα πατήσεις | θα πατηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πατήσει | θα πατηθεί |
| εμείς — we | θα πατήσουμε, θα πατήσομε | θα πατηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πατήσετε | θα πατηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πατήσουν(ε) | θα πατηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πατήσει | θα έχω πατηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις πατήσει | θα έχεις πατηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πατήσει | θα έχει πατηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε πατήσει | θα έχουμε πατηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πατήσει | θα έχετε πατηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πατήσει | θα έχουν πατηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πατάω, να πατώ | να πατιέμαι |
| εσύ — you | να πατάς | να πατιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πατάει, να πατά | να πατιέται |
| εμείς — we | να πατάμε, να πατούμε | να πατιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πατάτε | να πατιέστε, να πατιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πατάν(ε), να πατούν(ε) | να πατιούνται, να πατιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πατήσω | να πατηθώ |
| εσύ — you | να πατήσεις | να πατηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πατήσει | να πατηθεί |
| εμείς — we | να πατήσουμε, να πατήσομε | να πατηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πατήσετε | να πατηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πατήσουν(ε) | να πατηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω πατήσει | να έχω πατηθεί |
| εσύ — you | να έχεις πατήσει | να έχεις πατηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πατήσει | να έχει πατηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε πατήσει | να έχουμε πατηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πατήσει | να έχετε πατηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πατήσει | να έχουν πατηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πάτα / πατάτε.
Simple: πάτησε (εσύ); πατήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The passive means to be stepped on, pressed, or run over, depending on context.
Πάτησε το κουμπί.
Press the button.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πατάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/patao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/patao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.