Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παρατείνω — to prolong

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παρατείνω means to prolong or extend a period of time. παρατείνομαι means to be prolonged.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρατείνω παρατείνομαι
εσύ — you παρατείνεις παρατείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρατείνει παρατείνεται
εμείς — we παρατείνουμε, παρατείνομε παρατεινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παρατείνετε παρατείνεστε, παρατεινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρατείνουν(ε) παρατείνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρέτεινα παρατεινόμουν(α)
εσύ — you παρέτεινες παρατεινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέτεινε παρατεινόταν(ε)
εμείς — we παρατείναμε παρατεινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παρατείνατε παρατεινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέτειναν, παρατείναν(ε) παρατείνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρέτεινα παρατάθηκα
εσύ — you παρέτεινες παρατάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέτεινε παρατάθηκε
εμείς — we παρατείναμε παραταθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παρατείνατε παραταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέτειναν, παρατείναν(ε) παρατάθηκαν, παραταθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παρατείνει έχω παραταθεί
εσύ — you έχεις παρατείνει έχεις παραταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παρατείνει έχει παραταθεί
εμείς — we έχουμε παρατείνει έχουμε παραταθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παρατείνει έχετε παραταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παρατείνει έχουν παραταθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παρατείνει είχα παραταθεί
εσύ — you είχες παρατείνει είχες παραταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παρατείνει είχε παραταθεί
εμείς — we είχαμε παρατείνει είχαμε παραταθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παρατείνει είχατε παραταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παρατείνει είχαν παραταθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρατείνω θα παρατείνομαι
εσύ — you θα παρατείνεις θα παρατείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρατείνει θα παρατείνεται
εμείς — we θα παρατείνουμε, θα παρατείνομε θα παρατεινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παρατείνετε θα παρατείνεστε, θα παρατεινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρατείνουν(ε) θα παρατείνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρατείνω θα παραταθώ
εσύ — you θα παρατείνεις θα παραταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρατείνει θα παραταθεί
εμείς — we θα παρατείνουμε, θα παρατείνομε θα παραταθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παρατείνετε θα παραταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρατείνουν(ε) θα παραταθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παρατείνει θα έχω παραταθεί
εσύ — you θα έχεις παρατείνει θα έχεις παραταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παρατείνει θα έχει παραταθεί
εμείς — we θα έχουμε παρατείνει θα έχουμε παραταθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παρατείνει θα έχετε παραταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παρατείνει θα έχουν παραταθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρατείνω να παρατείνομαι
εσύ — you να παρατείνεις να παρατείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρατείνει να παρατείνεται
εμείς — we να παρατείνουμε, να παρατείνομε να παρατεινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παρατείνετε να παρατείνεστε, να παρατεινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρατείνουν(ε) να παρατείνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρατείνω να παραταθώ
εσύ — you να παρατείνεις να παραταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρατείνει να παραταθεί
εμείς — we να παρατείνουμε, να παρατείνομε να παραταθούμε
εσείς — you (plural / polite) να παρατείνετε να παραταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρατείνουν(ε) να παραταθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παρατείνει να έχω παραταθεί
εσύ — you να έχεις παρατείνει να έχεις παραταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παρατείνει να έχει παραταθεί
εμείς — we να έχουμε παρατείνει να έχουμε παραταθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παρατείνει να έχετε παραταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παρατείνει να έχουν παραταθεί

Imperative · Προστακτική

The singular command has accent παράτεινε; παρέτεινε is a past indicative form.

Simple: παράτεινε (εσύ); παρατείνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active imperfect and aorist share παρέτεινα; continuous and perfective nonpast share παρατείνω. Context distinguishes aspect.
  • παρατεταμένος is a learned participle meaning prolonged or extended.

Η προθεσμία παρατάθηκε.

The deadline was extended.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρατείνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parateino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /parateino/