Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παρατείνω means to prolong or extend a period of time. παρατείνομαι means to be prolonged.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρατείνω | παρατείνομαι |
| εσύ — you | παρατείνεις | παρατείνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρατείνει | παρατείνεται |
| εμείς — we | παρατείνουμε, παρατείνομε | παρατεινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρατείνετε | παρατείνεστε, παρατεινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρατείνουν(ε) | παρατείνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρέτεινα | παρατεινόμουν(α) |
| εσύ — you | παρέτεινες | παρατεινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέτεινε | παρατεινόταν(ε) |
| εμείς — we | παρατείναμε | παρατεινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παρατείνατε | παρατεινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέτειναν, παρατείναν(ε) | παρατείνονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρέτεινα | παρατάθηκα |
| εσύ — you | παρέτεινες | παρατάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέτεινε | παρατάθηκε |
| εμείς — we | παρατείναμε | παραταθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρατείνατε | παραταθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέτειναν, παρατείναν(ε) | παρατάθηκαν, παραταθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παρατείνει | έχω παραταθεί |
| εσύ — you | έχεις παρατείνει | έχεις παραταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παρατείνει | έχει παραταθεί |
| εμείς — we | έχουμε παρατείνει | έχουμε παραταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παρατείνει | έχετε παραταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παρατείνει | έχουν παραταθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παρατείνει | είχα παραταθεί |
| εσύ — you | είχες παρατείνει | είχες παραταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παρατείνει | είχε παραταθεί |
| εμείς — we | είχαμε παρατείνει | είχαμε παραταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παρατείνει | είχατε παραταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παρατείνει | είχαν παραταθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παρατείνω | θα παρατείνομαι |
| εσύ — you | θα παρατείνεις | θα παρατείνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρατείνει | θα παρατείνεται |
| εμείς — we | θα παρατείνουμε, θα παρατείνομε | θα παρατεινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρατείνετε | θα παρατείνεστε, θα παρατεινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρατείνουν(ε) | θα παρατείνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παρατείνω | θα παραταθώ |
| εσύ — you | θα παρατείνεις | θα παραταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρατείνει | θα παραταθεί |
| εμείς — we | θα παρατείνουμε, θα παρατείνομε | θα παραταθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρατείνετε | θα παραταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρατείνουν(ε) | θα παραταθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παρατείνει | θα έχω παραταθεί |
| εσύ — you | θα έχεις παρατείνει | θα έχεις παραταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παρατείνει | θα έχει παραταθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παρατείνει | θα έχουμε παραταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παρατείνει | θα έχετε παραταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παρατείνει | θα έχουν παραταθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παρατείνω | να παρατείνομαι |
| εσύ — you | να παρατείνεις | να παρατείνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρατείνει | να παρατείνεται |
| εμείς — we | να παρατείνουμε, να παρατείνομε | να παρατεινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρατείνετε | να παρατείνεστε, να παρατεινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρατείνουν(ε) | να παρατείνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παρατείνω | να παραταθώ |
| εσύ — you | να παρατείνεις | να παραταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρατείνει | να παραταθεί |
| εμείς — we | να παρατείνουμε, να παρατείνομε | να παραταθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρατείνετε | να παραταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρατείνουν(ε) | να παραταθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παρατείνει | να έχω παραταθεί |
| εσύ — you | να έχεις παρατείνει | να έχεις παραταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παρατείνει | να έχει παραταθεί |
| εμείς — we | να έχουμε παρατείνει | να έχουμε παραταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παρατείνει | να έχετε παραταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παρατείνει | να έχουν παραταθεί |
Imperative · Προστακτική
The singular command has accent παράτεινε; παρέτεινε is a past indicative form.
Simple: παράτεινε (εσύ); παρατείνετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The active imperfect and aorist share παρέτεινα; continuous and perfective nonpast share παρατείνω. Context distinguishes aspect.
- παρατεταμένος is a learned participle meaning prolonged or extended.
Η προθεσμία παρατάθηκε.
The deadline was extended.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρατείνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parateino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/parateino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.