Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
ξυπνάω: core forms & usage
to wake up; to wake someone
Ξυπνάω can describe waking yourself or waking someone else. The aorist is ξύπνησα.
Ξυπνάω νωρίς τις καθημερινές.
I wake up early on weekdays.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | ξυπνάω, ξυπνώ |
| you (singular) | ξυπνάς |
| he / she / it | ξυπνάει, ξυπνά |
| we | ξυπνάμε, ξυπνούμε |
| you (plural or polite) | ξυπνάτε |
| they | ξυπνάν, ξυπνάνε, ξυπνούν, ξυπνούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | ξυπνούσα, ξύπναγα |
| you (singular) | ξυπνούσες, ξύπναγες |
| he / she / it | ξυπνούσε, ξύπναγε |
| we | ξυπνούσαμε, ξυπνάγαμε |
| you (plural or polite) | ξυπνούσατε, ξυπνάγατε |
| they | ξυπνούσαν, ξυπνούσανε, ξύπναγαν, ξυπνάγανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | ξύπνησα |
| you (singular) | ξύπνησες |
| he / she / it | ξύπνησε |
| we | ξυπνήσαμε |
| you (plural or polite) | ξυπνήσατε |
| they | ξύπνησαν, ξυπνήσαν, ξυπνήσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα ξυπνήσω |
| you (singular) | θα ξυπνήσεις |
| he / she / it | θα ξυπνήσει |
| we | θα ξυπνήσουμε, θα ξυπνήσομε |
| you (plural or polite) | θα ξυπνήσετε |
| they | θα ξυπνήσουν, θα ξυπνήσουνε |
See this verb in use
Ξυπνάω στις επτά κάθε πρωί.
I wake up at seven every morning.
Ξυπνάω can describe waking up or waking someone else. Compare ξυπνάω στις επτά, I wake up at seven, with ξυπνάω το παιδί, I wake the child.
Compare the meanings: κοιμάμαι (koimamai) — to sleep
ξυπνάω — to wake up; to wake someone.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ξυπνάω, ξυπνώ |
| εσύ — you | ξυπνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ξυπνάει, ξυπνά |
| εμείς — we | ξυπνάμε, ξυπνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ξυπνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ξυπνάν(ε), ξυπνούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ξυπνούσα, ξύπναγα |
| εσύ — you | ξυπνούσες, ξύπναγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ξυπνούσε, ξύπναγε |
| εμείς — we | ξυπνούσαμε, ξυπνάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ξυπνούσατε, ξυπνάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ξυπνούσαν(ε), ξύπναγαν, ξυπνάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ξύπνησα |
| εσύ — you | ξύπνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ξύπνησε |
| εμείς — we | ξυπνήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ξυπνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ξύπνησαν, ξυπνήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ξυπνήσει |
| εσύ — you | έχεις ξυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ξυπνήσει |
| εμείς — we | έχουμε ξυπνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ξυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ξυπνήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ξυπνήσει |
| εσύ — you | είχες ξυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ξυπνήσει |
| εμείς — we | είχαμε ξυπνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ξυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ξυπνήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ξυπνάω, θα ξυπνώ |
| εσύ — you | θα ξυπνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ξυπνάει, θα ξυπνά |
| εμείς — we | θα ξυπνάμε, θα ξυπνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ξυπνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ξυπνάν(ε), θα ξυπνούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ξυπνήσω |
| εσύ — you | θα ξυπνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ξυπνήσει |
| εμείς — we | θα ξυπνήσουμε, θα ξυπνήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ξυπνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ξυπνήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ξυπνήσει |
| εσύ — you | θα έχεις ξυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ξυπνήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε ξυπνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ξυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ξυπνήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ξυπνάω, να ξυπνώ |
| εσύ — you | να ξυπνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ξυπνάει, να ξυπνά |
| εμείς — we | να ξυπνάμε, να ξυπνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ξυπνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ξυπνάν(ε), να ξυπνούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ξυπνήσω |
| εσύ — you | να ξυπνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ξυπνήσει |
| εμείς — we | να ξυπνήσουμε, να ξυπνήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ξυπνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ξυπνήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ξυπνήσει |
| εσύ — you | να έχεις ξυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ξυπνήσει |
| εμείς — we | να έχουμε ξυπνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ξυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ξυπνήσει |
Imperative · Προστακτική
ξύπνα, ξύπναγε / ξυπνάτε
Simple: ξύπνησε, ξύπνα (εσύ); ξυπνήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Ξυπνάω / ξυπνώ can mean waking up oneself or waking someone else, with active endings in both uses.
Ξύπνησα νωρίς.
I woke up early.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξυπνάω.
https://moderngreekverbs.com/ksupnao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.