επιθυμώ (epithimo) — to desire

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επιθυμώ means to desire, wish or want. It is often more formal than θέλω.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επιθυμώ
εσύ — you επιθυμείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιθυμεί
εμείς — we επιθυμούμε
εσείς — you (plural / polite) επιθυμείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιθυμούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επιθυμούσα
εσύ — you επιθυμούσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιθυμούσε
εμείς — we επιθυμούσαμε
εσείς — you (plural / polite) επιθυμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιθυμούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επιθύμησα
εσύ — you επιθύμησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επιθύμησε
εμείς — we επιθυμήσαμε
εσείς — you (plural / polite) επιθυμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επιθύμησαν, επιθυμήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω επιθυμήσει
εσύ — you έχεις επιθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επιθυμήσει
εμείς — we έχουμε επιθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε επιθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επιθυμήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα επιθυμήσει
εσύ — you είχες επιθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επιθυμήσει
εμείς — we είχαμε επιθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε επιθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επιθυμήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επιθυμώ
εσύ — you θα επιθυμείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιθυμεί
εμείς — we θα επιθυμούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επιθυμείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιθυμούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επιθυμήσω
εσύ — you θα επιθυμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επιθυμήσει
εμείς — we θα επιθυμήσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα επιθυμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επιθυμήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω επιθυμήσει
εσύ — you θα έχεις επιθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επιθυμήσει
εμείς — we θα έχουμε επιθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επιθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επιθυμήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επιθυμώ
εσύ — you να επιθυμείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιθυμεί
εμείς — we να επιθυμούμε
εσείς — you (plural / polite) να επιθυμείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιθυμούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επιθυμήσω
εσύ — you να επιθυμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επιθυμήσει
εμείς — we να επιθυμήσουμε, να επιθυμήσομε
εσείς — you (plural / polite) να επιθυμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επιθυμήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω επιθυμήσει
εσύ — you να έχεις επιθυμήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επιθυμήσει
εμείς — we να έχουμε επιθυμήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επιθυμήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επιθυμήσει

Imperative · Προστακτική

Positive commands to desire something are uncommon. For continuing action, να επιθυμείς / να επιθυμείτε can be used.

Simple: επιθύμησε (εσύ); επιθυμήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The ordinary active perfect is έχω επιθυμήσει. No ordinary personal passive paradigm is listed here.
  • επιθυμητός, -ή, -ό is an adjective meaning desirable or wanted; it is not an action-perfect form.

Επιθυμώ να σας μιλήσω.

I wish to speak to you.

Επιθυμείτε κάτι άλλο;

Would you like anything else?

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επιθυμώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/epithimo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /epithimo/