εκμεταλλεύομαι (ekmetalleuomai) — to exploit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκμεταλλεύομαι means to make use of or take advantage of something. With people or their trust as objects, it can mean to exploit unfairly. Its endings look passive, but the usual meaning is active.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκμεταλλεύομαι
εσύ — you εκμεταλλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκμεταλλεύεται
εμείς — we εκμεταλλευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εκμεταλλεύεστε, εκμεταλλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκμεταλλεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκμεταλλευόμουν(α)
εσύ — you εκμεταλλευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκμεταλλευόταν(ε)
εμείς — we εκμεταλλευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εκμεταλλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκμεταλλεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκμεταλλεύτηκα, εκμεταλλεύθηκα
εσύ — you εκμεταλλεύτηκες, εκμεταλλεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκμεταλλεύτηκε, εκμεταλλεύθηκε
εμείς — we εκμεταλλευτήκαμε, εκμεταλλευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εκμεταλλευτήκατε, εκμεταλλευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκμεταλλεύτηκαν, εκμεταλλευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω εκμεταλλευτεί
εσύ — you έχεις εκμεταλλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκμεταλλευτεί
εμείς — we έχουμε εκμεταλλευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκμεταλλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκμεταλλευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα εκμεταλλευτεί
εσύ — you είχες εκμεταλλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκμεταλλευτεί
εμείς — we είχαμε εκμεταλλευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκμεταλλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκμεταλλευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εκμεταλλεύομαι
εσύ — you θα εκμεταλλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκμεταλλεύεται
εμείς — we θα εκμεταλλευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εκμεταλλεύεστε, θα εκμεταλλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκμεταλλεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εκμεταλλευτώ, θα εκμεταλλευθώ
εσύ — you θα εκμεταλλευτείς, θα εκμεταλλευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκμεταλλευτεί, θα εκμεταλλευθεί
εμείς — we θα εκμεταλλευτούμε, θα εκμεταλλευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εκμεταλλευτείτε, θα εκμεταλλευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκμεταλλευτούν(ε), θα εκμεταλλευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω εκμεταλλευτεί
εσύ — you θα έχεις εκμεταλλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκμεταλλευτεί
εμείς — we θα έχουμε εκμεταλλευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκμεταλλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκμεταλλευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εκμεταλλεύομαι
εσύ — you να εκμεταλλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκμεταλλεύεται
εμείς — we να εκμεταλλευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εκμεταλλεύεστε, να εκμεταλλευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκμεταλλεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εκμεταλλευτώ, να εκμεταλλευθώ
εσύ — you να εκμεταλλευτείς, να εκμεταλλευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκμεταλλευτεί, να εκμεταλλευθεί
εμείς — we να εκμεταλλευτούμε, να εκμεταλλευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εκμεταλλευτείτε, να εκμεταλλευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκμεταλλευτούν(ε), να εκμεταλλευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω εκμεταλλευτεί
εσύ — you να έχεις εκμεταλλευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκμεταλλευτεί
εμείς — we να έχουμε εκμεταλλευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκμεταλλευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκμεταλλευτεί

Imperative · Προστακτική

For ongoing action, να εκμεταλλεύεσαι / να εκμεταλλεύεστε can be used.

Simple: εκμεταλλεύσου (εσύ); εκμεταλλευτείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • έχω εκμεταλλευτεί means “I have used / exploited”, not “I have been exploited”. To make the latter clear, use με έχουν εκμεταλλευτεί.
  • The tables use εκμεταλλευτεί; εκμεταλλευθεί and past εκμεταλλεύθηκα are more formal alternatives.
  • εκμεταλλευόμενος, -η, -ο describes the person making use of or exploiting something.

Εκμεταλλεύσου την ευκαιρία.

Make the most of the opportunity.

Εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη τους.

He exploited their trust.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκμεταλλεύομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ekmetalleuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ekmetalleuomai/