Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
εισάγω means to import, introduce or bring in. The passive εισάγομαι can mean to be imported or admitted, for example to a hospital or institution.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εισάγω | εισάγομαι |
| εσύ — you | εισάγεις | εισάγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εισάγει | εισάγεται |
| εμείς — we | εισάγουμε, εισάγομε | εισαγόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | εισάγετε | εισάγεστε, εισαγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εισάγουν(ε) | εισάγονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εισήγα | εισαγόμουν(α) |
| εσύ — you | εισήγες | εισαγόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εισήγε | εισαγόταν(ε) |
| εμείς — we | εισήγαμε | εισαγόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | εισήγατε | εισαγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εισήγαν | εισάγονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εισήγαγα | εισάχθηκα |
| εσύ — you | εισήγαγες | εισάχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εισήγαγε | εισάχθηκε, εισήχθη |
| εμείς — we | εισαγάγαμε | εισαχθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | εισαγάγατε | εισαχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εισήγαγαν | εισάχθηκαν, εισήχθησαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω εισαγάγει | έχω εισαχθεί |
| εσύ — you | έχεις εισαγάγει | έχεις εισαχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει εισαγάγει | έχει εισαχθεί |
| εμείς — we | έχουμε εισαγάγει | έχουμε εισαχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε εισαγάγει | έχετε εισαχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν εισαγάγει | έχουν εισαχθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα εισαγάγει | είχα εισαχθεί |
| εσύ — you | είχες εισαγάγει | είχες εισαχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε εισαγάγει | είχε εισαχθεί |
| εμείς — we | είχαμε εισαγάγει | είχαμε εισαχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε εισαγάγει | είχατε εισαχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν εισαγάγει | είχαν εισαχθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα εισάγω | θα εισάγομαι |
| εσύ — you | θα εισάγεις | θα εισάγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εισάγει | θα εισάγεται |
| εμείς — we | θα εισάγουμε, θα εισάγομε | θα εισαγόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εισάγετε | θα εισάγεστε, θα εισαγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εισάγουν(ε) | θα εισάγονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα εισαγάγω | θα εισαχθώ |
| εσύ — you | θα εισαγάγεις | θα εισαχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εισαγάγει | θα εισαχθεί |
| εμείς — we | θα εισαγάγουμε, θα εισαγάγομε | θα εισαχθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εισαγάγετε | θα εισαχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εισαγάγουν(ε) | θα εισαχθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω εισαγάγει | θα έχω εισαχθεί |
| εσύ — you | θα έχεις εισαγάγει | θα έχεις εισαχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει εισαγάγει | θα έχει εισαχθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε εισαγάγει | θα έχουμε εισαχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε εισαγάγει | θα έχετε εισαχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν εισαγάγει | θα έχουν εισαχθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να εισάγω | να εισάγομαι |
| εσύ — you | να εισάγεις | να εισάγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εισάγει | να εισάγεται |
| εμείς — we | να εισάγουμε, να εισάγομε | να εισαγόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εισάγετε | να εισάγεστε, να εισαγόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εισάγουν(ε) | να εισάγονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να εισαγάγω | να εισαχθώ |
| εσύ — you | να εισαγάγεις | να εισαχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εισαγάγει | να εισαχθεί |
| εμείς — we | να εισαγάγουμε, να εισαγάγομε | να εισαχθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εισαγάγετε | να εισαχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εισαγάγουν(ε) | να εισαχθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω εισαγάγει | να έχω εισαχθεί |
| εσύ — you | να έχεις εισαγάγει | να έχεις εισαχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει εισαγάγει | να έχει εισαχθεί |
| εμείς — we | να έχουμε εισαγάγει | να έχουμε εισαχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε εισαγάγει | να έχετε εισαχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν εισαγάγει | να έχουν εισαχθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | είσαγε | εισάγετε | — | — |
| Simple | εισάγαγε | εισαγάγετε | — | εισαχθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Distinguish present-stem εισάγω from perfective εισαγάγω: θα εισάγω repeatedly, θα εισαγάγω on a particular occasion. The perfect is έχω εισαγάγει.
- The augmented simple past is εισήγαγα, but the future and subjunctive do not retain that augment: θα / να εισαγάγω.
- The passive series εισάχθηκα / εισαχθεί is standard; εισήχθη / εισήχθησαν are learned third-person past forms. εισηγμένος, -η, -ο is a learned result participle.
Η εταιρεία εισάγει προϊόντα από την Ελλάδα.
The company imports products from Greece.
Θα εισαγάγουμε μια νέα μέθοδο.
We will introduce a new method.
Εισήχθη στο νοσοκομείο.
He was admitted to hospital.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εισάγω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eisago/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/eisago/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.