εφευρίσκω (efeurisko) — to invent

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εφευρίσκω means to invent or devise something new, including a method or excuse. It differs from ανακαλύπτω, “discover” something already existing.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εφευρίσκω εφευρίσκομαι
εσύ — you εφευρίσκεις εφευρίσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εφευρίσκει εφευρίσκεται
εμείς — we εφευρίσκουμε, εφευρίσκομε εφευρισκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εφευρίσκετε εφευρίσκεστε, εφευρισκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εφευρίσκουν(ε) εφευρίσκονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εφεύρισκα εφευρισκόμουν(α)
εσύ — you εφεύρισκες εφευρισκόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εφεύρισκε εφευρισκόταν(ε)
εμείς — we εφευρίσκαμε εφευρισκόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εφευρίσκατε εφευρισκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εφεύρισκαν, εφευρίσκαν(ε) εφευρίσκονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εφεύρα, εφηύρα εφευρέθηκα
εσύ — you εφεύρες, εφηύρες εφευρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εφεύρε, εφηύρε εφευρέθηκε
εμείς — we εφεύραμε εφευρεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εφεύρατε εφευρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εφεύραν(ε), εφηύραν(ε) εφευρέθηκαν, εφευρεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εφεύρει έχω εφευρεθεί
εσύ — you έχεις εφεύρει έχεις εφευρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εφεύρει έχει εφευρεθεί
εμείς — we έχουμε εφεύρει έχουμε εφευρεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εφεύρει έχετε εφευρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εφεύρει έχουν εφευρεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εφεύρει είχα εφευρεθεί
εσύ — you είχες εφεύρει είχες εφευρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εφεύρει είχε εφευρεθεί
εμείς — we είχαμε εφεύρει είχαμε εφευρεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εφεύρει είχατε εφευρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εφεύρει είχαν εφευρεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εφευρίσκω θα εφευρίσκομαι
εσύ — you θα εφευρίσκεις θα εφευρίσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εφευρίσκει θα εφευρίσκεται
εμείς — we θα εφευρίσκουμε, θα εφευρίσκομε θα εφευρισκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εφευρίσκετε θα εφευρίσκεστε, θα εφευρισκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εφευρίσκουν(ε) θα εφευρίσκονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εφεύρω θα εφευρεθώ
εσύ — you θα εφεύρεις θα εφευρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εφεύρει θα εφευρεθεί
εμείς — we θα εφεύρουμε, θα εφεύρομε θα εφευρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εφεύρετε θα εφευρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εφεύρουν(ε) θα εφευρεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εφεύρει θα έχω εφευρεθεί
εσύ — you θα έχεις εφεύρει θα έχεις εφευρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εφεύρει θα έχει εφευρεθεί
εμείς — we θα έχουμε εφεύρει θα έχουμε εφευρεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εφεύρει θα έχετε εφευρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εφεύρει θα έχουν εφευρεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εφευρίσκω να εφευρίσκομαι
εσύ — you να εφευρίσκεις να εφευρίσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εφευρίσκει να εφευρίσκεται
εμείς — we να εφευρίσκουμε, να εφευρίσκομε να εφευρισκόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εφευρίσκετε να εφευρίσκεστε, να εφευρισκόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εφευρίσκουν(ε) να εφευρίσκονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εφεύρω να εφευρεθώ
εσύ — you να εφεύρεις να εφευρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εφεύρει να εφευρεθεί
εμείς — we να εφεύρουμε, να εφεύρομε να εφευρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εφεύρετε να εφευρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εφεύρουν(ε) να εφευρεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εφεύρει να έχω εφευρεθεί
εσύ — you να έχεις εφεύρει να έχεις εφευρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εφεύρει να έχει εφευρεθεί
εμείς — we να έχουμε εφεύρει να έχουμε εφευρεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εφεύρει να έχετε εφευρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εφεύρει να έχουν εφευρεθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εφεύρισκε εφευρίσκετε — —
Simple εφεύρε εφεύρετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The ordinary simple past is εφεύρα; the learned augmented variant εφηύρα also occurs. The compound form is εφεύρει and the passive εφευρεθεί.
  • Passive forms generally concern an invention or method, so personal commands are unusual.

Εφηύρε μια νέα μέθοδο.

She invented a new method.

Η συσκευή έχει ήδη εφευρεθεί.

The device has already been invented.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εφευρίσκω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/efeurisko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /efeurisko/