Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
εφιστώ is used in the expression εφιστώ την προσοχή κάποιου σε κάτι, “draw someone’s attention to something”. It is formal.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | εφιστώ |
| εσύ — you | εφιστάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εφιστά |
| εμείς — we | εφιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | εφιστάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εφιστούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | εφιστούσα |
| εσύ — you | εφιστούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εφιστούσε |
| εμείς — we | εφιστούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | εφιστούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εφιστούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | επέστησα |
| εσύ — you | επέστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | επέστησε |
| εμείς — we | επιστήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | επιστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | επέστησαν, επιστήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω επιστήσει |
| εσύ — you | έχεις επιστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει επιστήσει |
| εμείς — we | έχουμε επιστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε επιστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν επιστήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα επιστήσει |
| εσύ — you | είχες επιστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε επιστήσει |
| εμείς — we | είχαμε επιστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε επιστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν επιστήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα εφιστώ |
| εσύ — you | θα εφιστάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εφιστά |
| εμείς — we | θα εφιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εφιστάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εφιστούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα επιστήσω |
| εσύ — you | θα επιστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα επιστήσει |
| εμείς — we | θα επιστήσουμε, θα επιστήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα επιστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα επιστήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω επιστήσει |
| εσύ — you | θα έχεις επιστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει επιστήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε επιστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε επιστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν επιστήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να εφιστώ |
| εσύ — you | να εφιστάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εφιστά |
| εμείς — we | να εφιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εφιστάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εφιστούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να επιστήσω |
| εσύ — you | να επιστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να επιστήσει |
| εμείς — we | να επιστήσουμε, να επιστήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να επιστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να επιστήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω επιστήσει |
| εσύ — you | να έχεις επιστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει επιστήσει |
| εμείς — we | να έχουμε επιστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε επιστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν επιστήσει |
Imperative · Προστακτική
For ongoing action, να εφιστάς / να εφιστάτε can be used. The simple command is επίστησε, while the past form is επέστησε.
Simple: επίστησε (εσύ); επιστήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The irregular series is επέστησα, θα επιστήσω, έχω επιστήσει. There is no ordinary passive paradigm for this expression.
- The second-person singular simple past is επέστησες.
- εφιστώντας την προσοχή means drawing attention; έχοντας επιστήσει την προσοχή means having drawn attention.
Σας εφιστώ την προσοχή στις οδηγίες.
I draw your attention to the instructions.
Επιστήστε την προσοχή τους στον κίνδυνο.
Draw their attention to the danger.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εφιστώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/efisto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/efisto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.