διασκεδάζω (diaskedazo) — to have fun; to entertain

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διασκεδάζω usually means to have fun or enjoy oneself. It can also mean to entertain someone; in formal usage it can mean to dispel fears or doubts. The active form itself expresses having fun.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διασκεδάζω διασκεδάζομαι
εσύ — you διασκεδάζεις διασκεδάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διασκεδάζει διασκεδάζεται
εμείς — we διασκεδάζουμε, διασκεδάζομε διασκεδαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διασκεδάζετε διασκεδάζεστε, διασκεδαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διασκεδάζουν(ε) διασκεδάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διασκέδαζα διασκεδαζόμουν(α)
εσύ — you διασκέδαζες διασκεδαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διασκέδαζε διασκεδαζόταν(ε)
εμείς — we διασκεδάζαμε διασκεδαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διασκεδάζατε διασκεδαζόσαστε, διασκεδαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διασκέδαζαν, διασκεδάζαν(ε) διασκεδάζονταν, διασκεδαζόντανε, διασκεδαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διασκέδασα διασκεδάστηκα
εσύ — you διασκέδασες διασκεδάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διασκέδασε διασκεδάστηκε
εμείς — we διασκεδάσαμε διασκεδαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διασκεδάσατε διασκεδαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διασκέδασαν, διασκεδάσαν(ε) διασκεδάστηκαν, διασκεδαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διασκεδάσει έχω διασκεδαστεί
εσύ — you έχεις διασκεδάσει έχεις διασκεδαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διασκεδάσει έχει διασκεδαστεί
εμείς — we έχουμε διασκεδάσει έχουμε διασκεδαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διασκεδάσει έχετε διασκεδαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διασκεδάσει έχουν διασκεδαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διασκεδάσει είχα διασκεδαστεί
εσύ — you είχες διασκεδάσει είχες διασκεδαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διασκεδάσει είχε διασκεδαστεί
εμείς — we είχαμε διασκεδάσει είχαμε διασκεδαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διασκεδάσει είχατε διασκεδαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διασκεδάσει είχαν διασκεδαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διασκεδάζω θα διασκεδάζομαι
εσύ — you θα διασκεδάζεις θα διασκεδάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διασκεδάζει θα διασκεδάζεται
εμείς — we θα διασκεδάζουμε, θα διασκεδάζομε θα διασκεδαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διασκεδάζετε θα διασκεδάζεστε, θα διασκεδαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διασκεδάζουν(ε) θα διασκεδάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διασκεδάσω θα διασκεδαστώ
εσύ — you θα διασκεδάσεις θα διασκεδαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διασκεδάσει θα διασκεδαστεί
εμείς — we θα διασκεδάσουμε, θα διασκεδάσομε θα διασκεδαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διασκεδάσετε θα διασκεδαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διασκεδάσουν(ε) θα διασκεδαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διασκεδάσει θα έχω διασκεδαστεί
εσύ — you θα έχεις διασκεδάσει θα έχεις διασκεδαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διασκεδάσει θα έχει διασκεδαστεί
εμείς — we θα έχουμε διασκεδάσει θα έχουμε διασκεδαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διασκεδάσει θα έχετε διασκεδαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διασκεδάσει θα έχουν διασκεδαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διασκεδάζω να διασκεδάζομαι
εσύ — you να διασκεδάζεις να διασκεδάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διασκεδάζει να διασκεδάζεται
εμείς — we να διασκεδάζουμε, να διασκεδάζομε να διασκεδαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διασκεδάζετε να διασκεδάζεστε, να διασκεδαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διασκεδάζουν(ε) να διασκεδάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διασκεδάσω να διασκεδαστώ
εσύ — you να διασκεδάσεις να διασκεδαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διασκεδάσει να διασκεδαστεί
εμείς — we να διασκεδάσουμε, να διασκεδάσομε να διασκεδαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διασκεδάσετε να διασκεδαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διασκεδάσουν να διασκεδαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διασκεδάσει να έχω διασκεδαστεί
εσύ — you να έχεις διασκεδάσει να έχεις διασκεδαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διασκεδάσει να έχει διασκεδαστεί
εμείς — we να έχουμε διασκεδάσει να έχουμε διασκεδαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διασκεδάσει να έχετε διασκεδαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διασκεδάσει να έχουν διασκεδαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διασκέδαζε διασκεδάζετε — —
Simple διασκέδασε διασκεδάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Passive forms concern something being entertained or dispelled and are less common. For “Have fun!”, use διασκέδασε / διασκεδάστε, not a reflexive passive command.
  • The participle διασκεδασμένος is context dependent; it is not the usual way to say “I had fun”.

Διασκεδάσαμε πολύ χθες.

We had a lot of fun yesterday.

Διασκεδάστε απόψε!

Have fun tonight!

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διασκεδάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diaskedazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /diaskedazo/