διαφαίνομαι (diafainomai) — to become apparent, emerge

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαφαίνομαι means “to become apparent,” “to show through” or “to emerge.” It is especially common in the third person, with subjects such as a possibility, intention or prospect. Other persons are supplied for reference where the context permits them.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διαφαίνομαι
εσύ — you διαφαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαφαίνεται
εμείς — we διαφαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαφαίνεστε, διαφαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαφαίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διαφαινόμουν(α)
εσύ — you διαφαινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαφαινόταν(ε)
εμείς — we διαφαινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαφαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαφαίνονταν, διαφαινόντανε, διαφαινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διαφάνηκα
εσύ — you διαφάνηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαφάνηκε
εμείς — we διαφανήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαφανήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαφάνηκαν, διαφανήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω διαφανεί
εσύ — you έχεις διαφανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαφανεί
εμείς — we έχουμε διαφανεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαφανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαφανεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα διαφανεί
εσύ — you είχες διαφανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαφανεί
εμείς — we είχαμε διαφανεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαφανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαφανεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διαφαίνομαι
εσύ — you θα διαφαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαφαίνεται
εμείς — we θα διαφαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαφαίνεστε, θα διαφαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαφαίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διαφανώ
εσύ — you θα διαφανείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαφανεί
εμείς — we θα διαφανούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαφανείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαφανούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω διαφανεί
εσύ — you θα έχεις διαφανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαφανεί
εμείς — we θα έχουμε διαφανεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαφανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαφανεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διαφαίνομαι
εσύ — you να διαφαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαφαίνεται
εμείς — we να διαφαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαφαίνεστε, να διαφαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαφαίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διαφανώ
εσύ — you να διαφανείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαφανεί
εμείς — we να διαφανούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαφανείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαφανούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω διαφανεί
εσύ — you να έχεις διαφανεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαφανεί
εμείς — we να έχουμε διαφανεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαφανεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαφανεί

Imperative · Προστακτική

This verb is normally descriptive. Direct imperatives are uncommon and are not recommended as everyday commands. Use an appropriate sentence with να when the meaning calls for it.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: διαφαινόμενος, διαφαινόμενη, διαφαινόμενο (becoming apparent / emerging).
  • The perfective forms use διαφανώ and έχω διαφανεί. Do not confuse the dependent form διαφανεί with the differently accented adjective διαφανής (transparent).

Διαφαίνεται μια πιθανότητα συμφωνίας.

A possibility of agreement is emerging.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαφαίνομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diafainomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /diafainomai/