δέομαι — to pray, beseech

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δέομαι means “to pray” or “to beseech,” especially to pray earnestly to God. It belongs mainly to formal or religious language and has middle/passive endings with an active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δέομαι
εσύ — you δέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δέεται
εμείς — we δεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δέεστε, δεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δεόμουν(α)
εσύ — you δεόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δεόταν(ε)
εμείς — we δεόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέονταν, δεόντανε, δεόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δεήθηκα
εσύ — you δεήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δεήθηκε
εμείς — we δεηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δεηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δεήθηκαν, δεηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω δεηθεί
εσύ — you έχεις δεηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δεηθεί
εμείς — we έχουμε δεηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δεηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δεηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα δεηθεί
εσύ — you είχες δεηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δεηθεί
εμείς — we είχαμε δεηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δεηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δεηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα δέομαι
εσύ — you θα δέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δέεται
εμείς — we θα δεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δέεστε, θα δεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δέονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα δεηθώ
εσύ — you θα δεηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δεηθεί
εμείς — we θα δεηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δεηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δεηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω δεηθεί
εσύ — you θα έχεις δεηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δεηθεί
εμείς — we θα έχουμε δεηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δεηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δεηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να δέομαι
εσύ — you να δέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δέεται
εμείς — we να δεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δέεστε, να δεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δέονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να δεηθώ
εσύ — you να δεηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δεηθεί
εμείς — we να δεηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δεηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δεηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω δεηθεί
εσύ — you να έχεις δεηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δεηθεί
εμείς — we να έχουμε δεηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δεηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δεηθεί

Imperative · Προστακτική

For repeated or continuing prayer, use να δέεσαι (εσύ) or δέεστε (εσείς).

Simple: δεήσου (εσύ); δεηθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δεόμενος, δεόμενη, δεόμενο (praying / beseeching), a formal form.
  • The perfect έχω δεηθεί means “I have prayed / beseeched.” Do not confuse δέομαι with δένω (to tie).

Οι πιστοί δέονται για ειρήνη.

The faithful pray for peace.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δέομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/deomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /deomai/