τρυπάω (trupao) — to pierce

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τρυπάω / τρυπώ — to pierce; make a hole.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρυπάω, τρυπώ τρυπιέμαι
εσύ — you τρυπάς τρυπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρυπάει, τρυπά τρυπιέται
εμείς — we τρυπάμε, τρυπούμε τρυπιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τρυπάτε τρυπιέστε, τρυπιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρυπάν(ε), τρυπούν(ε) τρυπιούνται, τρυπιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρυπούσα, τρύπαγα τρυπιόμουν(α)
εσύ — you τρυπούσες, τρύπαγες τρυπιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρυπούσε, τρύπαγε τρυπιόταν(ε)
εμείς — we τρυπούσαμε, τρυπάγαμε τρυπιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τρυπούσατε, τρυπάγατε τρυπιόσαστε, τρυπιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρυπούσαν(ε), τρύπαγαν, τρυπάγανε τρυπιόνταν(ε), τρυπιούνταν, τρυπιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρύπησα τρυπήθηκα
εσύ — you τρύπησες τρυπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρύπησε τρυπήθηκε
εμείς — we τρυπήσαμε τρυπηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τρυπήσατε τρυπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρύπησαν, τρυπήσαν(ε) τρυπήθηκαν, τρυπηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τρυπήσει έχω τρυπηθεί
εσύ — you έχεις τρυπήσει έχεις τρυπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τρυπήσει έχει τρυπηθεί
εμείς — we έχουμε τρυπήσει έχουμε τρυπηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τρυπήσει έχετε τρυπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τρυπήσει έχουν τρυπηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τρυπήσει είχα τρυπηθεί
εσύ — you είχες τρυπήσει είχες τρυπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τρυπήσει είχε τρυπηθεί
εμείς — we είχαμε τρυπήσει είχαμε τρυπηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τρυπήσει είχατε τρυπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τρυπήσει είχαν τρυπηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρυπάω, θα τρυπώ θα τρυπιέμαι
εσύ — you θα τρυπάς θα τρυπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρυπάει, θα τρυπά θα τρυπιέται
εμείς — we θα τρυπάμε, θα τρυπούμε θα τρυπιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τρυπάτε θα τρυπιέστε, θα τρυπιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρυπάν(ε), θα τρυπούν(ε) θα τρυπιούνται, θα τρυπιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρυπήσω θα τρυπηθώ
εσύ — you θα τρυπήσεις θα τρυπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρυπήσει θα τρυπηθεί
εμείς — we θα τρυπήσουμε, θα τρυπήσομε θα τρυπηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τρυπήσετε θα τρυπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρυπήσουν(ε) θα τρυπηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τρυπήσει θα έχω τρυπηθεί
εσύ — you θα έχεις τρυπήσει θα έχεις τρυπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τρυπήσει θα έχει τρυπηθεί
εμείς — we θα έχουμε τρυπήσει θα έχουμε τρυπηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τρυπήσει θα έχετε τρυπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τρυπήσει θα έχουν τρυπηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρυπάω, να τρυπώ να τρυπιέμαι
εσύ — you να τρυπάς να τρυπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρυπάει, να τρυπά να τρυπιέται
εμείς — we να τρυπάμε, να τρυπούμε να τρυπιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τρυπάτε να τρυπιέστε, να τρυπιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρυπάν(ε), να τρυπούν(ε) να τρυπιούνται, να τρυπιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρυπήσω να τρυπηθώ
εσύ — you να τρυπήσεις να τρυπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρυπήσει να τρυπηθεί
εμείς — we να τρυπήσουμε, να τρυπήσομε να τρυπηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να τρυπήσετε να τρυπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρυπήσουν(ε) να τρυπηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τρυπήσει να έχω τρυπηθεί
εσύ — you να έχεις τρυπήσει να έχεις τρυπηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τρυπήσει να έχει τρυπηθεί
εμείς — we να έχουμε τρυπήσει να έχουμε τρυπηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τρυπήσει να έχετε τρυπηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τρυπήσει να έχουν τρυπηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τρύπα (εσύ), τρυπάτε (εσείς).

Simple: τρύπησε (εσύ); τρυπήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean piercing, drilling or making a hole in something. τρυπιέμαι can describe being pierced or accidentally pricking oneself. τρυπημένος, -η, -ο means pierced or full of holes.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τρύπησε το χαρτί με μια βελόνα.

She pierced the paper with a needle.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τρυπώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/trupao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /trupao/