Everyday Greek · Core 100
τηλεφωνώ: core forms & usage
to telephone; to call
Use τηλεφωνώ σε to name the person called. The aorist is τηλεφώνησα.
Τηλεφωνώ στη μητέρα μου το βράδυ.
I call my mother in the evening.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | τηλεφωνώ |
| you (singular) | τηλεφωνείς |
| he / she / it | τηλεφωνεί |
| we | τηλεφωνούμε |
| you (plural or polite) | τηλεφωνείτε |
| they | τηλεφωνούν, τηλεφωνούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | τηλεφωνούσα |
| you (singular) | τηλεφωνούσες |
| he / she / it | τηλεφωνούσε |
| we | τηλεφωνούσαμε |
| you (plural or polite) | τηλεφωνούσατε |
| they | τηλεφωνούσαν, τηλεφωνούσανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | τηλεφώνησα |
| you (singular) | τηλεφώνησες |
| he / she / it | τηλεφώνησε |
| we | τηλεφωνήσαμε |
| you (plural or polite) | τηλεφωνήσατε |
| they | τηλεφώνησαν, τηλεφωνήσαν, τηλεφωνήσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα τηλεφωνήσω |
| you (singular) | θα τηλεφωνήσεις |
| he / she / it | θα τηλεφωνήσει |
| we | θα τηλεφωνήσουμε |
| you (plural or polite) | θα τηλεφωνήσετε |
| they | θα τηλεφωνήσουν, θα τηλεφωνήσουνε |
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
τηλεφωνώ — to phone; call by telephone.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | τηλεφωνώ |
| εσύ — you | τηλεφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τηλεφωνεί |
| εμείς — we | τηλεφωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | τηλεφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τηλεφωνούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | τηλεφωνούσα |
| εσύ — you | τηλεφωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τηλεφωνούσε |
| εμείς — we | τηλεφωνούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | τηλεφωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τηλεφωνούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | τηλεφώνησα |
| εσύ — you | τηλεφώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | τηλεφώνησε |
| εμείς — we | τηλεφωνήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | τηλεφωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | τηλεφώνησαν, τηλεφωνήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω τηλεφωνήσει |
| εσύ — you | έχεις τηλεφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει τηλεφωνήσει |
| εμείς — we | έχουμε τηλεφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε τηλεφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν τηλεφωνήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα τηλεφωνήσει |
| εσύ — you | είχες τηλεφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε τηλεφωνήσει |
| εμείς — we | είχαμε τηλεφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε τηλεφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν τηλεφωνήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα τηλεφωνώ |
| εσύ — you | θα τηλεφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα τηλεφωνεί |
| εμείς — we | θα τηλεφωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα τηλεφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα τηλεφωνούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα τηλεφωνήσω |
| εσύ — you | θα τηλεφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα τηλεφωνήσει |
| εμείς — we | θα τηλεφωνήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα τηλεφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα τηλεφωνήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω τηλεφωνήσει |
| εσύ — you | θα έχεις τηλεφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει τηλεφωνήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε τηλεφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε τηλεφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν τηλεφωνήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να τηλεφωνώ |
| εσύ — you | να τηλεφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να τηλεφωνεί |
| εμείς — we | να τηλεφωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να τηλεφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να τηλεφωνούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να τηλεφωνήσω |
| εσύ — you | να τηλεφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να τηλεφωνήσει |
| εμείς — we | να τηλεφωνήσουμε, να τηλεφωνήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να τηλεφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να τηλεφωνήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω τηλεφωνήσει |
| εσύ — you | να έχεις τηλεφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει τηλεφωνήσει |
| εμείς — we | να έχουμε τηλεφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε τηλεφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν τηλεφωνήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous plural: τηλεφωνείτε.
Simple: τηλεφώνησε (εσύ); τηλεφωνήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This table keeps the contracted present series τηλεφωνώ, τηλεφωνείς, τηλεφωνεί together. τηλεφωνάω is an alternative present pattern. Use σε for the person called; the middle τηλεφωνιέμαι can describe speaking with each other by telephone.
Θα σου τηλεφωνήσω αύριο.
I will phone you tomorrow.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τηλεφωνώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/tilefono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/tilefono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.