Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
σκύβω — to bend down; stoop or bow one’s head.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
σκύβω |
| εσύ — you |
σκύβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
σκύβει |
| εμείς — we |
σκύβουμε, σκύβομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
σκύβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
σκύβουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έσκυβα |
| εσύ — you |
έσκυβες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έσκυβε |
| εμείς — we |
σκύβαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
σκύβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έσκυβαν, σκύβαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έσκυψα |
| εσύ — you |
έσκυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έσκυψε |
| εμείς — we |
σκύψαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
σκύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έσκυψαν, σκύψαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω σκύψει |
| εσύ — you |
έχεις σκύψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει σκύψει |
| εμείς — we |
έχουμε σκύψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε σκύψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν σκύψει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα σκύψει |
| εσύ — you |
είχες σκύψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε σκύψει |
| εμείς — we |
είχαμε σκύψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε σκύψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν σκύψει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα σκύβω |
| εσύ — you |
θα σκύβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα σκύβει |
| εμείς — we |
θα σκύβουμε, θα σκύβομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα σκύβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα σκύβουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα σκύψω |
| εσύ — you |
θα σκύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα σκύψει |
| εμείς — we |
θα σκύψουμε, θα σκύψομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα σκύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα σκύψουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω σκύψει |
| εσύ — you |
θα έχεις σκύψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει σκύψει |
| εμείς — we |
θα έχουμε σκύψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε σκύψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν σκύψει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να σκύβω |
| εσύ — you |
να σκύβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να σκύβει |
| εμείς — we |
να σκύβουμε, να σκύβομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να σκύβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να σκύβουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να σκύψω |
| εσύ — you |
να σκύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να σκύψει |
| εμείς — we |
να σκύψουμε, να σκύψομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να σκύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να σκύψουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω σκύψει |
| εσύ — you |
να έχεις σκύψει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει σκύψει |
| εμείς — we |
να έχουμε σκύψει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε σκύψει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν σκύψει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: σκύβε (εσύ), σκύβετε (εσείς).
Simple: σκύψε (εσύ); σκύψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfective stem is σκυψ-: έσκυψα, θα σκύψω, έχω σκύψει.
- σκυμμένος, -η, -ο describes a bent or stooping posture; it does not replace έχω σκύψει.
Έσκυψε για να σηκώσει το κλειδί.
She bent down to pick up the key.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκύβω.