προλαμβάνω (prolambano) — to prevent

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προλαμβάνω is a more formal form related to προλαβαίνω, especially meaning to prevent. The passive means to be prevented.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προλαμβάνω προλαμβάνομαι
εσύ — you προλαμβάνεις προλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προλαμβάνει προλαμβάνεται
εμείς — we προλαμβάνουμε, προλαμβάνομε προλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) προλαμβάνετε προλαμβάνεστε, προλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προλαμβάνουν(ε) προλαμβάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προλάμβανα προλαμβανόμουν(α)
εσύ — you προλάμβανες προλαμβανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προλάμβανε προλαμβανόταν(ε)
εμείς — we προλαμβάναμε προλαμβανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) προλαμβάνατε προλαμβανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they προλάμβαναν, προλαμβάναν(ε) προλαμβάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πρόλαβα προλήφθηκα
εσύ — you πρόλαβες προλήφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πρόλαβε προλήφθηκε
εμείς — we προλάβαμε προληφθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προλάβατε προληφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πρόλαβαν, προλάβαν(ε) προλήφθηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προλάβει έχω προληφθεί
εσύ — you έχεις προλάβει έχεις προληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προλάβει έχει προληφθεί
εμείς — we έχουμε προλάβει έχουμε προληφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προλάβει έχετε προληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προλάβει έχουν προληφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προλάβει είχα προληφθεί
εσύ — you είχες προλάβει είχες προληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προλάβει είχε προληφθεί
εμείς — we είχαμε προλάβει είχαμε προληφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προλάβει είχατε προληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προλάβει είχαν προληφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προλαμβάνω θα προλαμβάνομαι
εσύ — you θα προλαμβάνεις θα προλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προλαμβάνει θα προλαμβάνεται
εμείς — we θα προλαμβάνουμε, θα προλαμβάνομε θα προλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα προλαμβάνετε θα προλαμβάνεστε, θα προλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προλαμβάνουν(ε) θα προλαμβάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προλάβω θα προληφθώ
εσύ — you θα προλάβεις θα προληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προλάβει θα προληφθεί
εμείς — we θα προλάβουμε, θα προλάβομε θα προληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προλάβετε θα προληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προλάβουν(ε) θα προληφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προλάβει θα έχω προληφθεί
εσύ — you θα έχεις προλάβει θα έχεις προληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προλάβει θα έχει προληφθεί
εμείς — we θα έχουμε προλάβει θα έχουμε προληφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προλάβει θα έχετε προληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προλάβει θα έχουν προληφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προλαμβάνω να προλαμβάνομαι
εσύ — you να προλαμβάνεις να προλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προλαμβάνει να προλαμβάνεται
εμείς — we να προλαμβάνουμε, να προλαμβάνομε να προλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να προλαμβάνετε να προλαμβάνεστε, να προλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προλαμβάνουν(ε) να προλαμβάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προλάβω να προληφθώ
εσύ — you να προλάβεις να προληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προλάβει να προληφθεί
εμείς — we να προλάβουμε, να προλάβομε να προληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προλάβετε να προληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προλάβουν(ε) να προληφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προλάβει να έχω προληφθεί
εσύ — you να έχεις προλάβει να έχεις προληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προλάβει να έχει προληφθεί
εμείς — we να έχουμε προλάβει να έχουμε προληφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προλάβει να έχετε προληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προλάβει να έχουν προληφθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: προλάμβανε / προλαμβάνετε.

Simple: πρόλαβε (εσύ); προλάβετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active perfective: πρόλαβα / προλάβω / προλάβει. Passive perfective: προλήφθηκα / προληφθώ / προληφθεί.
  • For everyday “have time” or “catch the bus”, προλαβαίνω is common.

Το ατύχημα προλήφθηκε.

The accident was prevented.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προλαμβάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prolambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /prolambano/